Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Portugal Place


Portugal Place 

αγαπητοί εν Χριστώ 
Θέκλα και Τιμόθεε 
σήμερα ο ήλιος είναι μαύρα μπαλώματα 
στο πεζοδρόμιο 

έξω απ’ το νούμερο πέντε 
το κενό της γάτας που ψόφησε 
άρα διαγράφεται το κανελί χρώμα 

μπροστά μου ένας ρημαγμένος Έλιοτ 
κυρτός σαν το κουπί της βάρκας στο νερό 
τρία βήματα πριν του ζητήσω αυτόγραφο 
έκλασε αθέλητα 
γύρισε και με κοίταξε με αμήχανο χαμόγελο 
συγγνώμη είπε δεν σας πήρα είδηση 

ακονισμένος άνεμος 
σέρνεται στο πλακόστρωτο 

εκείνες οι μέρες είχαν 
περισσότερες βελανιδιές σε διάταξη πάρκου 
μεγαλύτερη αναλογία φθινόπωρου 
διαβάζαμε ημερολόγια θανάτου 
ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα 
αγοράζαμε βιβλία μαγειρικής και ταξιδιωτικά 
αγοράζαμε ενοχές πορνογραφίας στο περίπτερο 
απέναντι από το Βασιλικό Κολέγιο 
γνωρίζαμε την τέχνη του βαλσαμωτή 

στο υπόγειο του Arundel Hotel 
θα σερβίρουν απόψε ζαρκάδι τριών αστέρων 
24 ουγκιές μερίδα 
θα το ξενυχτήσουμε παρέα μ’ ένα νησί 
ίσως Αίγινα ίσως Κύπρο 
αργότερα θα ’ρθει κι ο ποιητής ενισχυμένος 
με ομίχλη Ιρλανδίας και ταμπάσκο 
the monk’s delight 

ήδη μπορώ να φανταστώ 
την απουσία μου 

Portugal Place 
ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου 
από το βιβλίο 12+1 μοναχικά ποιήματα 
εκδ. Εριφύλη 2005 

Θέκλα και Τιμόθεος 
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2008


Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

vortograph


vortograph
του Βασίλη Πολύζου

Τί ουν δοκεί υμίν;
Μπορώ να ξοδέψω μια μέρα (έστω)
χωρίς να πληρώσω την τιμή της;
Ώρες αμέτρητες συζήτησα
με πλατάνια τρισχιλιετή
κι απάντηση σαφή δεν έλαβα.
Βάδισα χέρι-χέρι με τα ρυάκια του Πηλίου.
Εις μάτην.
Ο ψίθυρός τους άδηλος χρησμός.

 Σήμερα πρωτομηνιά
έβγαλα τους γλάρους απ’ τη ναφθαλίνη
στήριξα με λουλάκι τη χάρτινη θάλασσα.
Και ποιό το κέρδος;
Οι ρητορείες του ήλιου στο μπαλκόνι;
Τα πέρα-δώθε της μυρμηγκοφωλιάς;
Οι ασέλγειες της άνοιξης στο πάτωμα;
Το ομαδικό χαμόγελο των γιαπωνέζων στο ασανσέρ;

Ιδού εγώ λοιπόν.
Απεμπόλησα τη μάνα κουράγιο
το χρηματιστή και τον εκφωνητή ειδήσεων.
Προσυπέγραψα τη σπηλιά των παραμυθιών.
And the puppet factory.

Τί ουν δοκεί υμίν;
Αξίζει να θυσιάσεις την ψυχή ενός τριαντάφυλλου
υπέρ του λαού;

vortograph 
από τα ποιήματα προς ρωμαίους
© Βασίλης Πολύζος 2002-2003

vortograph, εικαστικό του Βασίλη Πολύζου 2012


Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

σε βάθος χρόνου (31.1.2004): We are all Greeks!



σε βάθος χρόνου

μα όλα είναι επίπεδα
είπε ο Αιμίλιος
και μεταξύ δύο σημείων
του ναι και του ναι
συντομότερη η ευθεία

yessir

we are all greeks
κατά Shelley
εγώ δε λέγω υμίν
ότι ου πας στιχουργός
εισελεύσεται εις την βασιλείαν
επί πώλου όνου
χωρίς πιστωτική κάρτα

τόσοι νεκροί προ των πυλών

τόσοι νεκροί χωρίς παρκόμετρο
τόσοι νεκροί ενώπιον
παλαιού φωνογράφου
όπου ο σκύλος οσφραίνεται
με αγαλλίαση
τη φωνή του Κυρίου του

Βασίλης Πολύζος, σε βάθος χρόνου
από την Επιστροφή στη Διζιλάνδη
© Βασίλης Πολύζος 2003-2004

το ποίημα σε βάθος χρόνου γράφτηκε την 31.1.2004
αναρτήθηκε για πρώτη φορά σε τούτο το ιστολόγιο
στις 15 Απριλίου 2011
επαληθεύεται ειρωνικά σήμερα


Αιμίλιος, ένα σκίτσο του Βασίλη Πολύζου 2008

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

cervix


                                 The murder of Brunhilda,
                                   from De Casibus Virorum Illustrium
                             attributed to Maître François, Paris, c. 1475


                                  Susannah and the Elders
                                              Guido Reni, 1620-5
                                            National Gallery, London



            στο αριστερό κλίτος του καθεδρικού                      Salisbury Cathedral

                               
                                 το μεσαιωνικό ρολόι

   cervix

η πρωινή υγρασία
έφαγε το πλακόστρωτο

το μεγάλο ρολόι
στο αριστερό κλίτος του καθεδρικού
φυλάκισε το χρόνο
πίσω από κάγκελα λατινικά
I – XII
κι ο καμπούρης καντηλανάφτης
που κράταγε το κλειδί
πέρασε θηλειά στο λαιμό του
το σκοινί της καμπάνας

στην έκρηξη των σπονδύλων
τον καταυγάζει μέλος γρηγοριανό
σκέφτεται την ηδονική Βρουγχίλδη
δεμένη σε τέσσερεις επιβήτορες
μέχρι διαμελισμού
σκέφτεται τη μικρή Σουζάννα των αγρών
γυμνή ανάμεσα στους γέρους
το σώμα της χιόνι απάτητο
τα μαραμένα δάχτυλα
να μην μπορούν να την αγγίξουν

μπροστά στο μεγάλο ρολόι
ο ξεναγός μας μιλούσε
για ελατήρια
για τροχούς μέσα στους τροχούς
για σύμβολα

cervix
από τα ποιήματα πρός ρωμαίους
© Βασίλης Πολύζος 2002-2003

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

προς αποφυγήν



προς αποφυγήν

αποφεύγετε τους ανοιχτούς κάμπους
ιδίως εκείνον της κοίλης θεσσαλίας
όπου δίπλα στο σταθμό του τρένου
αναχωρώντας με την πρώτη ευκαιρία
ξεχάσαμε ν’ αποχαιρετήσουμε
ένα διψασμένο δέντρο ταπεινής καταγωγής
το δε υπερκείμενο βρέφος
στην κρεμαστή του κούνια
δεν είπε λέξη περί ρήγα του βελεστινλή
και ανωνύμου του έλληνος

αποφεύγετε τις σκηνές ευδαίμονος θερισμού
που ενδημούν στα αναγνωστικά
της πρώτης τάξεως του παραδείσου
αποφεύγετε τα σφραγισμένα πηγάδια
τη φωνή βοώντος εν τη ερήμω
τις οιμωγές της αναπληρωματικής πυθίας
τις πόλεις ύπερθεν του αφαλού
τα διδάγματα της ιστορίας
την ευθεία γραμμή
τα ωρολόγια προγράμματα
την αστερόεσσα νύχτα χωρίς παρουσία συνηγόρου

αποφεύγετε στα κλειστά δωμάτια
τα ρολόγια του κούκκου
που ασελγούν ανερυθρίαστα
πάνω στο άσπιλο σώμα του χρόνου
αποφεύγετε τους επιτοίχιους προγόνους
που γνέφουν στο κενό
με αρνητικόν αντίχειρα

Βασίλης Πολύζος
προς αποφυγήν
ένα ποίημα από το βιβλίο
μια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ* και άλλα αμφίδρομα
Απόπειρα 2008


επιτοίχιοι πρόγονοι
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2008

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

κατά την ώρα της παράπλευρης παιδοκτονίας



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
εικόνες καπνοπωλείου


prego

μαζεψτε από τις ράγες
αυτά τα σκοτωμένα περιστέρια

κάποτε εδώ τα βαγονέτα

κουβαλούσαν σακιά τσιμέντο
κουβαλούσαν σακιά αλεύρι
κουβαλούσαν αλεσμένα κόκαλα φίλων
και τις Κυριακές κουβαλούσαν ορατόρια
moratoria

όμως αυτά είναι ιστορίες

του περασμένου αιώνος

beware of the iceman

beware of the virusman

ας μιλήσουμε λοιπόν τώρα

για τον άδειο δρόμο των ενυπνίων μας
ανάμεσα στα τυφλά γοτθικά κτίρια
τα συγκλίνοντα έως εβδόμου ουρανού
όπου ραδιουργούν
οι μοχθηροί executives των πολυεθνικών

do not resist temptation

do not resist fumigation
keep off the grass

ας μιλήσουμε για το καπνοπωλείο

the tobacconist’s
γερμανικού κοινωνικού μυθιστορήματος
όπου η Άγκυλα έχασε την αζήτητη παρθενιά της

όμως παρακαλώ μην ομιλείτε

κατά την ώρα της παράπλευρης παιδοκτονίας
ας ακούσουμε αυτό το μπιπ το ασταθές
κι ύστερα αυτόν το συριγμό
μιας ηλεκτρονικής ευθείας θανάτου
ad infinitum

εικόνες καπνοπωλείου

ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου (ελαφρά παραλλαγμένο)
από τη συλλογή
μια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ* και άλλα αμφίδρομα
ΑΠΟΠΕΙΡΑ (Μάρτιος 2008)

ΤΥΦΛΑ ΓΟΤΘΙΚΑ ΚΤΙΡΙΑ

μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2009

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού



                                ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
        αναμνήσεις προκάτ άνοιξης

                     
                       Γ΄


                                variazioni

                        α. το σπιτάκι πάνω στο δέντρο

                                                               a bird twittering after storm,
                                                              happy that its little foolish life
                                                              has fluttered out of reach


ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού
ερυθρόμορφος κρατήρας Brirish Museum
κρατούσε τόσα σφυρίγματα στα χείλη του παιδιόθεν

σφύριζε σκοπούς- λιακάδα
                                     και σκοπούς-βροχή
                                                 σκοπούς-αμπέλια
                   και θημωνιές στην απανεμιά
σφύριζε σκαντζόχοιρους
και σαλιγκάρια
και μικρές χελώνες πριν να δέσει το καύκαλό τους
και τα λιγνά βυζάκια
της ξαδερφούλας του της Έφης
που δε φόραγε στηθόδεσμο

και μια φορά σαν ταξίδεψε
                                                   στην Άπω Ανατολή
σφύριξε μιαν απέραντη θάλασσα
κι ένα κοπάδι κυματοειδή δελφίνια

                   ήδη στα δεκαοχτώ του
                   η τέχνη του ήταν τέλεια

κλείνοντας με τα δάχτυλα τα βλέφαρά του
                    μπορούσε να σφυρίξει
                                         άρρητα χρώματα
πέρα απ’ το οπάλι                    πέρα απ’ τον σαρδόνυχα
                     πέρα απ’ το αίμα των ρουμπινιών
πέρα απ’ τον τυφλό θυμό του κίτρινου

μπορούσε να σφυρίξει
                                απαλούς αμμόλοφους
                   που σκλήραιναν στο άγγιγμα του έρωτα

κι ύστερα
                  βουλώνοντας με τις γροθιές τ’ αυτιά του
                  σφύριζε τον ερχομό της καταιγίδας

έτσι ένα πρωί
                     μετά
                           την
                               εις
                                  άδου
                                       κάθοδον
σφύριξε εκ του μηδενός ένα δέντρο θεόρατο
                   κι απάνω του ένα ξύλινο σπιτάκι

σαν ανέβηκε
                                                κλότσησε την ανεμόσκαλα
                   κι ολόγυρά του σφύριξε
μια μοναξιά αδιαπέραστη

γεμάτη ήχους


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

a bird twittering after storm…: → James Joyce, Giacomo Joyce, XI.



μετά την εις άδου κάθοδον → Ύμνος Αναστασιματαρίου, Εωθινόν Ι΄,
       πρβλ. Οδύσσεια, κ΄, 560:
                                    ...ψυχή δ’ Αϊδόσδε κατήλθεν


σαν ανέβηκε κλότσησε την ανεμόσκαλα...: Για την αντίστροφη κίνηση
        του μύθου βλ. Οδύσσεια, κ΄, 557-9:
                                          ...και εκλάθετο φρεσίν ήσιν
                     άψορρον καταβήναι ιών ες κλίμακα μακρήν,
                     αλλά καταντικρύ τέγεος πέσεν


μια μοναξιά αδιάτρητη γεμάτη ήχους...: Πρβλ. Paul Durcan, Greetings
to Our Friends in Brazil
, "Tinkerly
Luxemburgo":
                               If you are going to be lonely,
                               Be lonely in style.


Βασίλης Πολύζος
Γ΄ άσμα variazioni α΄ το σπιτάκι πάνω στο δέντρο και οι σημειώσεις
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης (Απόπειρα 2006)


ελπήνωρ, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου (2005)
που χρησιμοποιήθηκε στο αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

78 rpm




78 rpm

Αιμιλίου
άσμα σύντομο αντιηρωικό
και εγερτήριο

το ξέρω
ποτέ
δε θα πουλήσουν
το παντελόνι μου
σε δημοπρασία
στου Sotheby’s

το ξέρω
ποτέ
δε θα με στέψουν
το ταχύτερο άλογο
του ιπποδρόμου

το ξέρω
ποτέ
δε θα μου δώσουν
μια δεύτερη ευκαιρία
οι νεκροθάφτες

©Βασίλης Πολύζος 2005

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ΚΡΕΟΛΗ ΣΕΛΗΝΗ, μινωική γυναίκα




μινωική γυναίκα
συλλεκτική
μαύρα γυαλιά
μαύρη δαντέλα
στις ανωφέρειες του έρωτα
προσφέρεται
συσκευασμένη
σ’ εαρινόν άνεμο

μινωική γυναίκα
ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από την Κρεολή Σελήνη
Απόπειρα 2010

Κρεολή Σελήνη
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου 2007
που χρησιμοποιήθηκε στο εξώφυλλο του βιβλίου

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ / καθιστό κορίτσι



 
Βασίλης Πολύζος
ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ


ένα γραμμόφωνο με λαιμό κύκνου
κι η βιεννέζικη καρέκλα για την Έρικα
στην άκρη της λίμνης

το καλοκαίρι προσπεράσαμε

τις μυρουδιές του δάσους
όσο κρατούσε ακόμη τη βροχή στο βλέμμα της

δίπλα στο ρυάκι

έλυσα τα μποτάκια της

φιλιά φιλιά

kisses kisses
στα χαμόκλαδα φτεροκοπούσαν κίσσες

αύριο θα περάσει ο ταχυδρόμος

με την τσάντα του γεμάτη πρόσωπα
πίσω από φυλλωσιές
γεμάτη χρώματα ψιθυριστά
θ’αφήσει στην πόρτα του κήπου
ένα θρόισμα φτερών


ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ
ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από την Κρεολή Σελήνη
ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2010



καθιστό κορίτσι
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου 2012

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

ίματί κεν τριτάτω Φθίην ερίβωλον ικοίμην



άμωμοι εν οδώ?
                                αφιέρωση

Τρεις μέρες μετά τον αδόκητο χαμό του
τον συνάντησα τυχαία κατά το σούρουπο
στην οδό Φθίας έξω απ’ το ερειπωμένο τρίπατο
να διαβάζει τα ενοικιαστήρια.
Τίποτα το παράξενο, αναλογίστηκα,
τα σπίτια πέταξαν τόσους νεκρούς στο δρόμο.

―Πως από δω, Αιμίλιε, του είπα, σ’ είχαμε αφήσει
πριν από τόσα χρόνια στην οθόνη της «Τιτάνιας»
το βράδυ εκείνο πού ’πιασε ανεμόβροχο
και κόπηκε η ταινία στο δέκατο επεισόδιο
του Φου-Μαντσού εναντίον του Κιτρίνου Δράκοντος.
Θυμάμαι, βγήκαμε στην παραλία αλαφιασμένοι
προσέχοντας να μη βουλιάξουμε στα μουχλιασμένα φώτα
ο Αιμίλιος, είπαμε, έμεινε να δει το τέλος.

Με κοίταξε πίσω απ’ την κάμερα
ρυθμίζοντας το βάθος της ομίχλης.
―Δυστυχώς, είπε, ο χρόνος ταξιδεύει
με την πλάτη γυρισμένη προς το σκηνοθέτη.
Δεν μπόρεσα ποτέ να πάρω
ένα πλάνο κοντινό στο πρόσωπό του.

Βασίλης Πολύζος, άμωμοι εν οδώ?
DIZZILAND, εκδ. Εριφύλη 2001

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ




Με κοίταξε πίσω απ’ την κάμερα
ρυθμίζοντας το βάθος της ομίχλης.
Δυστυχώς, είπε, ο χρόνος ταξιδεύει
με την πλάτη γυρισμένη προς το σκηνοθέτη.
Δεν μπόρεσα ποτέ να πάρω
ένα πλάνο κοντινό στο πρόσωπό του.

Βασίλης Πολύζος, άμωμοι εν οδώ?
DIZZILAND

εικόνα: ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στα γυρίσματα της ταινίας
Μια Αιωνιότητα και Μια Μέρα

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

DRUMMER DREAMER



Βασίλης Πολύζος
DRUMMER DREAMER

                                                                             Let's pretend it's not
                                                   It doesn't mean a thing
                                                   Let's not blow it out of all sense
                                                            Tindersticks, Let’s pretend

η εταιρεία σιδηροδρόμων
απέσυρε τα φορτηγά βαγόνια
άνδρες 24 ίπποι 6
έτσι φτάσαμε προ των πυλών
κατά την κρίση του ο καθένας
χωρίς τροχαϊκό ρυθμό
με το νυχτερινό αμμοχάλικο
να τρίζει κάτω απ’ τις πατούσες μας

κάποτε ήμαστε
αφηρημένες έννοιες
φαεσφόροι
μικροί καβάφηδες με μάτια φιμέ
μισοπώγωνες

κάποιοι αρέσκονταν σε μνήμες ταβερνείων
με απολογητικά γερόντια

άνθρωπος ωσεί χόρτος

τί εμοί και σοι φτωχή μου groupie?
την αυγή ξεκλειδώσαμε
τους δροσερούς υπνόσακους
περιμένοντας τους γλάρους
να οδηγήσουν τα κύματα στην αμμουδιά
να προβάλει ο ήλιος
βγάζοντας με αβρότητα δακτύλων
το ψάθινο καπέλο του
υποκλινέστατος

έπειτα ήρθε ο άνεμος
κι ο δημοτικός φωτισμός στο πάρκο
τα πεύκα κούμπωσαν τα πανωφόρια τους
τύλιξαν με κασκόλ
τις μαύρες μνήμες τους

την εποχή εκείνη
αν διάλεγα το όνομά μου
θα ήθελα να μ’ έλεγαν Ευσέβιο
ή Νικάνορα΄
ή Οδυσσέα
ή Έσδρα
ή Ανάχαρσι

ήμουν ακόμα πρόθυμος
να υπογράψω δήλωση
ως δωρητής οργάνων παλλομένων
ή έστω ως Θεός ετάζων
καρδίας και νεφρούς

τώρα έχτισα τη δική μου βαβέλ
και δεν θα τους ζητήσω άλλες λέξεις
παρεκτός σιωπή αλειμμένη με μίνιο
για να κρατάει στο χρόνο

με μια κερκίδα
και μια ωλένη
θα παίξω ντραμς
για την Ελένη

DRUMMER DREAMER
ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από το σύνολο Επιστροφή στη Διζιλάνδη
© Βασίλης Πολύζος 2003-2004

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Τα εξασύλλαβα του Αιμίλιου / patchwork





ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ

τα εξασύλλαβα του Αιμίλιου

1

πορφυρός χιτώνας
χρυσά νομίσματα
το ηλιοβασίλεμα
είπε ο Αιμίλιος

2

είναι τόσο αιθέρια
η μπλέ πεταλούδα
δος μου μια καρφίτσα
είπε ο Αιμίλιος

3

κόλλησε ο αγέρας
πάνω μου άδειες λέξεις
είμαι μια αφίσα
είπε ο Αιμίλιος

4

μια γριά λεχώνα
σφίγγει στην αγκάλη
μουχλιασμένο βρέφος
είπε ο Αιμίλιος

5

στον κήπο της Εδέμ
κι αυτή η άνοιξη
θα γεννήσει φίδια
είπε ο Αιμίλιος


τα εξασύλλαβα του Αιμίλιου
© Βασίλης Πολύζος 17.4.2005

patchwork
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
2005

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Οδός Μαγνήτων '58



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
Οδός Μαγνήτων '58

4

τω καιρώ εκείνω
συναντούσες πολλούς ευάλωτους
με μακριά τριμμένα παλτά
με τα χέρια σε στάση ανέμου
να διαβάζουν ώρες και ώρες
την άγραφη θάλασσα

αυτοί συνήθως
δεν έριχναν ίσκιο
γιατί οι μέρες τους ήταν ανήλιαγες
μερικοί έτρεφαν γενειάδα
εις ένδειξιν πένθους
ή γιατί το ’χαν ταμένο στον άγιο Στυλιανό
προστάτη των βρεφών
απ’ τις αδέσποτες σφαίρες

με τη βροχή τα σπίτια χλώμιαζαν
ο δρόμος κατέβαινε στο υπόγειο

θυμάμαι το σημάδι φάνηκε
τη μέρα που ανακάλυψα τον τρόπο
να μπαινοβγαίνω στον καθρέφτη
χωρίς παραμορφώσεις

στο θόλο του ιερού ναού της Αναλήψεως
όσοι το είδαν το μαρτύρησαν
θόλωσε από συγκίνηση
το μάτι του Παντοκράτορα
την ώρα που καλλιφωνούσε ο ψάλτης
το Σου η τροπαιούχος Δεξιά

την ίδια ώρα κόλλησαν
οι δείχτες στο χειμερινό ηλιοστάσιο
μονίμως

έκτοτε
κάθε Σάββατο απόγευμα
που σήμαινε εσπερινός
περνούσε ανατολικά του ουρανού
η αρκούδα με κοντό παντελονάκι
σέρνοντας αλυσοδεμένο πίσω της
τον αρκουδιάρη

κι η τοπική εφημερίδα
πρώτη φορά μας μίλησε
για τον αόρατο άνθρωπο
και για τις μηχανές του χρόνου


Οδός Μαγνήτων ’58
© Βασίλης Πολύζος 1962

Οδός Μαγνήτων '58
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2006

Σημείωση: Το Οδός Μαγνήτων ’58 είναι το μόνο ποίημα
που κράτησα μέχρι σήμερα εν ζωή από τη δεκαετία του ’60.
Δημοσιεύω εδώ το τέταρτο κομμάτι της σπονδυλωτής
αυτής σύνθεσης. Άλλα κομμάτια δες σε προηγούμενες
αναρτήσεις. Β.Π.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Αναδρομές: Θέλει Αρετήν και Τόλμην η Ελευθερία (5), ΕΡΤ 1, 23.11.1986



(συνέχεια)

Από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδυσσέα Ελύτη
Απαγγέλλει ο ηθοποιός Ντίνος Καρύδης (live)

"Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.

Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.
Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς

κοπροκρατούν το μέλλον.
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,

όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη".

ΚΩΣΤΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ (live)

Θυμάμαι τότε με τις μεγάλες εκείνες εκτελέσεις που γινότανε
στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, που από το σπίτι που έμενα
άκουα τους πυροβολισμούς, δεν έβλεπα βέβαια τίποτα και πήγα
και είχα κάνει ένα σχέδιο ύστερα από κάνα δυο μέρες ̶ που έχω ένα...
έναν τοίχο...επάνω συρματοπλέγματα και τη σκιά ενός ήρωα που
έμεινε η σκιά του να θυμίζει...να κρατάει τη σημαία του τόπου μας
κι αυτός να ’ναι πεσμένος μπροστά.
Ήτανε ίσως μια μοναδική περίπτωση που είχα βρει έναν τρόπο,
λεπτό ίσως, πιο συγκινητικό, και όχι απευθείας αφήγηση, για να
δώσω αυτό το τραγικό γεγονός εκείνης της ημέρας.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Αντρέας Λυκουρίνος μαθητής 14 χρόνων, σύνδεσμος εαμικών
οργανώσεων. Τουφεκίστηκε στις 5.9.43
Διαβάζει ο ηθοποιός Ντίνος Καρύδης (live)

«Πατέρα,

Με πηγαίνουν στην Καισαριανή για εκτέλεση με άλλους επτά
κρατουμένους. (Σημειώνονται ονοματεπώνυμα.)
Σε παρακαλώ πολύ ειδοποίησε τα σπίτια τους. Μη λυπάστε.
Πεθαίνω γα τη λευτεριά και την Πατρίδα.
Αντρέας»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΡΣΑΚΙΔΗΣ (live)

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, σαν παιδί ζωγράφιζα πάντα. Ήταν
μια μορρή δικαίωσης μέσα στο παιδικό μου περιβάλλον. Κι αργότερα,
στην κατοχή, συνειδητοποίησα κάποια φορά, -με βοήθησαν κι άλλοι
συναγωνιστές μου, νεαροί τότε όλοι μας- ότι το σκίτσο μπορεί να
αποτελέσει ένα επί πλέον όπλο, δίπλα στα γραψίματα του τοίχου,
κοντά στα χωνιά, κοντά στην όλη ας πούμε αγωνιστική δραστηριότητα
-να αποτελέσει ένα όπλο επί πλέον, ας πούμε, στην πάλη μας απέναντι
στο Γερμανό κατακτητή. Τα σκίτσα αυτά, γελοιογραφίες τις περισσότερες
φορές, τα διακινούσαμε μέσα σε χώρους εργοστασίων, στις γειτονιές,
μεγεθυμένα γινόταν πανό που τα βάζαμε σε περάσματα για να τα
βλέπει ο κόσμος, στην απλοποιημένη τους μορφή, τρυπημένα με
καρφιτσούλα σε στένσιλ επάνω, γινόταν προκηρύξεις και μοιραζόνταν
ή ακόμα περνούσαν και χέρι με χέρι και στα σχολεία, στα γυμνάσια,
στους χώρους εργασίας, για να μπορέσουν ας πούμε να γελάσουν
κάπως οι εργαζόμενοι και να συνειδητοποιήσουν μέσα από αυτά
ένα κάποιο μήνυμα αντιστασιακό.

Από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδυσσέα Ελύτη
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ - Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
Μελοποίηση: Μίκης Θεοδωράκης
Απαγγελία: Μάνος Κατράκης



"Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε
την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα,
να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες με το μόνο πράγμα

που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό
πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου.
Όπου είχε κράτος και εξουσία η Άνοιξη.
Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθιο να γιορτάζει
τον άλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο.

Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου
απλωμένη στην αφοβιά σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια
που τους έλεγαν αλήτες.

Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και
λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.

Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, πού ’λεγες
είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.

Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντας οι Άλλοι, σφόδρα

ταράχθηκαν. Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους,
λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες,
με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια πήχη φωτιά κάτω
απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες κάνες και τα δόντια του ήλιου.

Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν.

Και χτυπούσανε όπου νά ’ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση.

Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε.


Σα να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γή, για να

περάσει η Άνοιξη παρά μονάχα αυτός,

και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ’ απ’ την

άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με
τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες,

και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο
και τα δεκανίκια.

Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε

πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν.

Καί την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα."

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σημείωση 1
Εικόνες (από επάνω προς τα κάτω):


1. Σπύρος Βασιλείου. «Ο θρήνος των Καλαβρύτων», πλάγιο ξύλο
2. Χρίστος Δαγκλής. «Γουδί, 29 Μαΐου 1944», ξυλογραφία εμπνευσμένη
από το μαρτύριο της αγωνίστριας Άννας Παρλιάρου
3. . Άννα Κινδύνη-Μαρουδή. Σχέδιο
4. Βάσω Κατράκη. «Βασανιστήριο», ξυλογραφία
5. Σπύρος Βασιλείου. «Ο θρήνος των Καλαβρύτων», (λεπτομέρεια)
6. Τάσσος. Ξυλογραφία
7. Γιώργος Σικελιώτης. «Κρεμασμένος», σχέδιο, ιδιωτική συλλογή
8. Ηλίας Φέρτης. «Γυναίκες στο απόσπασμα», τέμπερα, συλλογή
του καλλιτέχνη
9. Αλέκος Κοντόπουλος. Το κατέβασμα της Γεμανικής σημαίας
απ’ την Ακρόπολη, σχέδιο 1941
10. Ασαντούρ Μπαχαριάν. Προσχέδιο για πανώ 25ης Μαρτίου
11. Γιάννης Στεφανίδης. Λινόλεουμ από παράνομο έντυπο
12. Γιώργος Σικελιώτης. «Ανάπηροι», μελάνι και μολύβι, ιδιωτική
συλλογή
13. Γιώργος Σικελιώτης. «Διαδήλωση», μολύβι, ιδιωτική συλλογή
14. Αλέκος Κοντόπουλος. «Το μπλόκο», μελάνι, ιδιωτική συλλογή
15. Αντώνης Πολυκανδριώτης. «Ο προδότης», τέμπερα, ιδιωτική
συλλογή
16. Αντώνης Κανάς. «Ο χαφιές», μολύβι, ιδιωτική συλλογή
17. Τάσσος. «Το μπλόκο της Κοκκινιάς», ξυλογραφία
18. Σόφη Κεφάλα. «25 Μαρτίου 1943 στο Σύνταγμα», ακουαρέλα,
ιδιωτική συλλογή
19. Βάλιας Σεμερτζίδης. «Η διαδήλωση», ιδιωτική συλλογή
20. Βάσω Κατράκη. «Διαδήλωση στην κατοχή», ξυλογραφία
21. Τάσσος. «Οι διακόσιοι της Πρωτομαγιάς του ’44», ξυλογραφία

Οι εικόνες αυτές μαζί με πλήθος άλλες είναι μέρος
του εικαστικού υλικού που χρησιμοποίησα στα πλάνα
της ταινίας Θέλει Αρετήν και Τόλμην η Ελευθερία.
Πηγή: Το Λεύκωμα Εικαστικές Μαρτυρίες των Ασαντούρ
Μπαχαριάν και Πέτρου Ανταίου που εκδόθηκε από το
Υπουργείο Πολιτισμού το 1986.
Από την ίδια έκδοση είναι και το κείμενο της επιστολής
του ήρωα μαθητή Αντρέα Λυκουρίνου, που ακούστηκε στην
ταινία.

Σημείωση 2

Η ταινία-ντοκιμαντέρ Θέλει Αρετήν και Τόλμην
η Ελευθερία γυρίστηκε για λογαριασμό
της εκπομπής Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα
το φθινόπωρο του 1986 και προβλήθηκε από
την τηλεόραση της ΕΡΤ ως αφιέρωμα στην ημέρα
της Εθνικής Αντίστασης, στις 23 του Νοέμβρη 1986
(δείτε το σχετικό, αναλυτικό δημοσίευμα στη
Ραδιοτηλεόραση, τεύχος 875, 22-28 Νοεμ. 1986,
που δημοσίευσα στην πρώτη ανάρτηση του θέματος αυτού).


Συντελεστές της ταινίας:
Σενάριο και σκηνοθεσία: Βασίλης Πολύζος
Κάμερες: Σ. Μιχαλόπουλος, Δ. Μπασκάκης, Π. Μαρινόπουλος
Ηχολήπτης: Α. Κολλιός
Μοντάζ: Γ. Φωτεινάκης
Μιξάζ: Γ. Ελματζόγλου
Μουσική επιμέλεια: Βασίλης Πολύζος
Εικαστικός σύμβουλος: Μάνος Στεφανίδης


Βασίλης Πολύζος, Ιανουάριος 2012

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

ονειροφόρος / το φεγγάρι στη στέρνα



ονειροφόρος

Βαθιά χαράματα βγήκες στον κήπο,
ήταν τόσο λιγνό το φεγγάρι στη στέρνα
κι η ακακία ευάλωτη
με την ομπρέλα της ανοιχτή στην πρωινή πάχνη.


Θά ’χει καινούρια ευωδιά το φως,
αναρωτήθηκες,
φερμένο απ’ την ανατολή με το τρικάταρτο του Ιάσονα
στο ακρόπρωρο θα κιθαρίζει ο ήλιος
ώσπου να ρίξουν το νεκρό τους δέρμα
τα γερασμένα αγάλματα;


ονειροφόρος, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από τη συλλογή DIZZILAND, έκδ. ΕΡΙΦΥΛΗ 2001

το φεγγάρι στη στέρνα

μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2011

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Στη Λουκία Ρικάκη, in memoriam



επίσκεψη

στη Λουκία Ρικάκη
συνταξιδιώτισσα στους απο-πειρατές
Βασίλης Πολύζος

δίπλα στο φράχτη με τις πιπεριές
θυμήθηκα τον κήπο μας
μέρες του Μάη η γούρνα σπίθιζε έντομα
και τα δυο πέτρινα λιοντάρια
κατέβαιναν να ξεδιψάσουν
στο πράσινο νερό
όπου ταξίδευαν οι φυλλωσιές
κρατώντας μες στα δίχτυα τους το γέλιο της

δε θέλαμε ν’ αγγίξουμε τις λεμονιές
που φούσκωναν
όταν περνούσε με γαλάζιο τούλι
βουλιάζοντας στον κυριακάτικο ουρανό
ως τα γόνατα
δε θέλαμε ν’ αγγίξουμε το σπίτι
πέρασαν τόσοι άλλοι αφήνοντας
στις κάμαρες φαντάσματα
με μάτια από αμέθυστο
με λόγια σαν το λύγισμα της καλαμιάς

ξάφνου τα παραθύρια άνοιξαν
κι ήταν καλοδεχούμενο
το πρωινό τους λάλημα
και στο περβάζι οι γλάστρες με το κοκκινόχωμα
που σκέπασε τα χείλια της

κι ύστερα φάνηκε στη στέγη
ένα άλογο κυματιστό
ξεσέλωτο
με φόντο μακρινά βουνά

επίσκεψη, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου

στη Λουκία Ρικάκη in memoriam
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου 28.12.2011

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ INTERMEZZO: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην...Άγρια Δύση!



Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην...Άγρια Δύση!
Του Βασίλη Πολύζου

Στο προ-λογικό κείμενο του βιβλίου μου Επίλογοι και άλλα
Κεκραγάρια (εκδ. ΕΡΙΦΥΛΗ 1999) σημείωνα, μεταξύ άλλων:
Κοσμοκαλόγερος μετέφρασε γουέστερν αντί πινακίου φακής.
Η αναφορά ήταν για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και το διήγημα
The Luck of Roaring Camp του αμερικανού συγγραφέα Bret Harte,
̶ διήγημα που είχε μεταφράσει ο Παπαδιαμάντης με τίτλο
Η Καλή Τύχη του Ρώριν-Καμπ.

Είχα την καλή τύχη να διαβάσω σε πολύ μικρή ηλικία το διήγημα
αυτό στη μετάφραση του Παπαδιαμάντη, σε μια έκδοση του 1905,
(ΠΑΝΔΩΡΑΣ ΤΟΜΟΣ 1), του εν Αθήναις βιβλιοπωλείου ΜΠΕΚ ΚΑΙ ΜΠΑΡΤ (*),
που περιλάμβανε επίσης το μυθιστόρημα Το Παράδοξον Έγκλημα
υπό Α. ΚΟΝΑΝ ΔΟΫΛ (τουτέστιν το A Study in Scarlet του Conan Doyle),
σε μετάφραση Χ. Άννινου. (δείτε εικόνα επάνω). Δεν θυμάμαι πώς
είχε βρεθεί στα χέρια μου ο τόμος αυτός.

Στο νου μου η μετάφραση αυτή σηματοδότησε αργότερα μιαν ακόμη
διάσταση στο έργο και την προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη.
Είχα και έχω πάντοτε την εντύπωση, ότι η επιλογή του να μεταφράσει
Μπρέτ Χαρτ δεν ήταν τυχαία. Συνδέεται κατά τη γνώμη μου με την
πρώτη μεγάλη έξοδο Ελλήνων μεταναστών στο δεύτερο μισό του 19ου
αιώνα προς τη γη της επαγγελίας, που την αίσθησή της συναντάμε
με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη,
-έξοδο προς ένα ακόμη ψεύτικο όνειρο, παράλληλα προς την έξοδο
των αμερικάνων εποικιστών, χρυσοθηρών και παντός είδους
τυχοδιωκτών προς την άγρια δύση και προς το ψευδεπίγραφο
και εφιαλτικό αmerican dream (στην πρώτη του εμφάνιση), που
περιγράφει στα διηγήματά του ο Μπρετ Χαρτ, αυτός ο αφελής
λαϊκός κοινωνιστής εκείνων των ημερών, περίπου σύγχρονος
του Παπαδιαμάντη και θαυμαστής του Καρόλου Ντίκενς.

Πολλά χρόνια πρίν από την έκδοση των Κεκραγαρίων (αν θυμάμαι
καλά στα μέσα της δεκαετίας του 80) σε ημερίδα για τον
Παπαδιαμάντη που οργανώθηκε στο Πνευματικό Κέντρο
του Δήμου Αθηναίων, όπου είχα παρευρεθεί, έκανα μια εκ του
προχείρου παρέμβαση για το θέμα αυτό και για τη σημασία του
στο να διαφωτίσει μια ακόμη πτυχή του έργου του Παπαδιαμάντη.

Παραθέτω παρακάτω ένα εκτεταμένο απόσπασμα από
τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη, καθώς και το αντίστοιχο
κομμάτι του πρωτότυπου, για την αντιπαραβολή.
Είναι πράγματι μοναδικός ο τρόπος που ο μεγάλος Σκιαθίτης
λογοτέχνης μεταφέρει απαραμείωτα την γλωσσική αίσθηση,
το κλίμα του wild west, το πικρό, στακάτο χιούμορ, τη σκληράδα
και την τρυφερότητα μαζί, που στοιχειώνει την αφήγηση
του Μπρετ Χαρτ.

Βασίλης Πολύζος 23/12/2011

(*) Οι Βαυαροί Μπεκ και Μπαρτ διατηρούσαν βιβλιοπωλείο στην Πλατεία
Συντάγματος. Το 1898 ο Κώστας Ελευθερουδάκης συνεταιρίστηκε μαζί τους
και μερικά χρόνια αργότερα το βιβλιοπωλείο περιήλθε εξ ολοκλήρου
σ’ αυτόν. Δείτε σχετικά άρθρο του Νίκου Μπακουνάκη στην εφημερίδα
ΤΟ ΒΗΜΑ,12.3.2006, Η νίκη της Νίκης
Β.Π.

Η ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΡΩΡΙΝ-ΚΑΜΠΥΠΟ ΜΠΡΕΤ ΧΑΡΤ
(απόσπασμα)
Μετάφραση Αλ. Παπαδιαμάντη


“Μεγάλο κακό εγίνετο εις το Ρώριν-Καμπ. Δεν ηδύνατο να είναι
μάχη, διότι εις τα 1850 τοιούτόν τι δεν ήτο αρκετα πρωτοφανές
ίνα συναθροίση επί το αυτό όλην την μικράν αποικίαν. Όχι μόνον
οι λάκκοι και τα μεταλλεία είχον ερημωθή, αλλά και το καπηλείον
του Τούττλη είχε στείλει όλους τους χαρτοπαίκτας του, οίτινες,
σημειώσατε, αταράχως εξηκολούθησαν το παιγνίδι των την
ημέραν καθ’ ην ο Φραντσεζοπέπης και ο Κανακατζώης με δύο
πιστολιές εφόνευσαν ο είς τον άλλον εις τον εμπροσθινόν θάλαμον.
Όλον το στρατόπεδον είχε συναθροισθή εμπρός εις μίαν μπαράκαν
εις το έσχατον άκρον του περιβόλου της αποικίας. Η συνομιλία
εγίνετο με τόνον χαμηλόν, αλλά τ’ όνομα μιας γυναικός συχνά
επανελαμβάνετο. Ήτο όνομα πολύ γνωστόν εις την αποικίαν,
η Τσέροκη-Σάλλη.
Όσον ολιγώτερα είπωμεν δι’ αυτήν, τόσον καλύτερα. Ήτο μία
παλιογυναίκα, και φόβος είναι μη είχε πολλά κρίματα. Αλλά τον
καιρόν εκείνον αυτή ήτο η μόνη γυναίκα εις το Ρώριν-Καμπ, και
ακριβώς τότε κατέκειτο εις την εσχάτην ανάγκην, οπόταν τα μάλιστα
εχρειάζετο τας περιποιήσεις του ιδίου φύλου της. Παραλυμένη,
εγκαταλελειμμένη και άφιλος, υπέφερε βάσανα, αρκετά σκληρά ήδη
ανίσως περιεβάλλετο από άλλων γυναικών τας συμπαθείας, πλην
τώρα τρομερά εν τη μοναξία της. Η προπατορική κατάρα ήλθεν επ’
αυτήν εν τη αρχεγόνω εκείνη μοναξία, ήτις τόσον φοβεράν πρέπει να
έκαμε την τιμωρίαν της πρώτης παραβάσεως. Και εις την στιγμήν
καθ’ ην τα μέγιστα είχεν ανάγκην της εμφύτου τρυφερότητος και
νοσηλείας του φύλου της, αντίκρυζε μόνοντα σκληρά όμματα των
αρρένων συναποίκων της. Ουχ ήττον ολίγοι εκ των θεατών είχον
συγκινηθή, πιστεύω, από τους πόνους της. Ο Σάνδης Τίπτων εφρόνει
ότι ήτο κάπως σκληρόν δια την Σάλλην, και εις την σκέψιν περί της
καταστάσεώς της επί στιγμήν ηθέλησε να λησμονήσει μεγαλοψύχως
το γεγονός ότι είχεν ένα άσσον και δύο ατού εις την χειρίδα του.

Πρέπει να σημειωθή, προσέτι, ότι η περίστασις ήτο πρωτοφανής.
Ο θάνατοι δεν ήσαν ποσώς άγνωστοι εις Ρώριν-Καμπ, αλλά
γέννησις ήτο καινοφανές πράγμα. Πολλοί απεπέμφθησαν από το
πόλισμα τελειωτιώς, οριστικώς, και χωρίς να είναι δυνατόν να
επιστρέψωσιν˙ αλλ’ αυτή ήτο η πρώτη φορά καθ’ ην εισήγετό τις
εις αυτό από της πρώτης στιγμής του βίου του. Εντεύθεν η κρατούσα
έξαψις.
̶ Πήγαινε μέσα, Στούμπη, είπεν είς προέχων πολίτης, όστις ωνομάζετο
επι το πομπωδέστερον Κεντούκιος, απευθυνόμενος προς ένα από
τους αργοσχόλους. Πήγαιν’ εκεί μέσα, και ιδέ τι μπορείς να κάμεις.
Έχεις πειραν ς’ αυτά τα πράγματα.

Ίσως και να ήτο κατάληλος η εκλογή. Ο Στούμπης, εις άλλα μέρη,
είχε χρηματίσει οικογενειάρχης εις το διπλούν˙ και χάρις εις
μερικάς παρατυπίας ως προς τα συνοικέσια ταύτα, το Ρώριν-Καμπ,
ως πόλις-άσυλον όπου ήτον, τον είχεν αποκτήσει πολίτην. Το πλήθος
επεκρότησε την εκλογήν, και ο Στούμπης είχε την φρόνησιν να
υποταχθή εις την πλειονοψηφίαν. Η θύρα εκλείσθη οπίσω από τον
αυτοσχέδιον χειρουργόν και μαιευτήρα, και το Ρώριν-Καμπ εκάθισεν
απ’ έξω, εκάπνιζε την πίπαν του, και επερίμενε την έκβασιν…”
................................................................
THE LUCK OF ROARING CAMP
By Bret Harte (1836-1902)

“THERE was commotion in Roaring Camp. It could not have been a
fight, for in 1805 that was not novel enough to have called together
the entire settlement. The ditches and claims were not only deserted,
but “Tuttle’s grocery” had contributed its gamblers, who, it will be
remembered, calmly continued their game the day that French Pete
and Kanaka Joe shot each other to death over the bar in the front room.
The whole camp was collected before a rude cabin on the outer edge
of the clearing. Conversation was carried on in a low tone, but
the name of a woman was frequently repeated. It was a name familiar
enough in the camp,—“Cherokee Sal.”
Perhaps the less said of her the better. She was a coarse, and, it is
to be feared, a very sinful woman. But at that time she was the only
woman in Roaring Camp, and was just then lying in sore extremity,
when she most needed the ministration of her own sex. Dissolute,
abandoned, and irreclaimable, she was yet suffering a martyrdom
hard enough to bear even when veiled by sympathizing womanhood,
but now terrible in her loneliness. The primal curse had come to her
in that original isolation which must have made the punishment
of the first transgression so dreadful. It was, perhaps, part of the
expiation of her sin, that, at a moment when she most lacked her sex’s
intuitive tenderness and care, she met only the half-contemptuous
faces of her masculine associates. Yet a few of the spectators were,
I think, touched by her sufferings. Sandy Tipton thought it was
“rough on Sal,” and, in the contemplation of her condition, for a
moment rose superior to the fact that he had an ace and two
bowers in his sleeve.
It will be seen, also, that the situation was novel. Deaths were by no
means uncommon in Roaring Camp, but a birth was a new thing.
People had been dismissed the camp effectively, finally, and with
no possibility of return; but this was the first time that anybody had
been introduced ab initio. Hence the excitement.
“You go in there, Stumpy,” said a prominent citizen known as “Kentuck,”
addressing one of the loungers. “Go in there, and see what you kin do.
You’ve had experience in them things.”
Perhaps there was a fitness in the selection. Stumpy, in other climes,
had been the putative head of two families; in fact, it was owing
to some legal informality in these proceedings that Roaring Camp
—a city of refuge—was indebted to his company. The crowd approved
the choice, and Stumpy was wise enough to bow to the majority.
The door closed on the extempore surgeon and midwife, and Roaring
Camp sat down outside, smoked its pipe, and awaited the issue…”
……………………………………………………………………….