Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα που διάλεξα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα που διάλεξα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Λεπτομέρειες στην Κύπρο
Στον ζωγράφο Διαμαντή

Η μικρή κουκουβάγια ήτανε πάντα εκεί
σκαρφαλωμένη στ’ ανοιχτάρι τ’ Άγιου Μάμα,
παραδομένη τυφλά στο μέλι του ήλιου
εδώ ή αλλού, τώρα, στα περασμένα: χόρευε
μ’ ένα τέτοιο ρυθμό το φθινόπωρο.
Άγγελοι ξετυλίγανε τον ουρανό
και χάζευε ένας πέτρινος καμαροφρύδης
σε μια γωνιά της στέγης.

Τότες ήρθε ο καλόγερος· σκουφί, κοντόρασο, πέτσινη ζώνη,
κι έπιασε να πλουμίζει την κολόκα.
Άρχισε απ’ το λαιμό: φοινικιές, λέπια, και δαχτυλίδια.
Έπειτα, κρατώντας στην πλατιά παλάμη τη στρογγυλή κοιλιά,
έβαλε τον παραυλακιστή, τον παραζυγιαστή, τον παραμυλωνά, και τον κατάλαλο·
έβαλε την αποστρέφουσα τα νήπια και την αποκαλόγρια· *
και στην άκρη, σχεδόν απόκρυφο, τ’ ακοίμητο σκουλήκι.

Ήταν ωραία όλ’ αυτά, μια περιδιάβαση.
Όμως το ξύλινο μαγκανοπήγαδο—τ’ αλακάτιν,
κοιμισμένο στον ίσκιο της καρυδιάς
μισό στο χώμα και μισό μέσα στο νερό,
γιατί δοκίμασες να το ξυπνήσεις;
Είδες πώς βόγκηξε. Κι εκείνη την κραυγή
βγαλμένη απ’ τα παλιά νεύρα του ξύλου
γιατί την είπες φωνή πατρίδας;

* «Παραστάσεις κολασμένων σε βυζαντινές τοιχογραφίες»
σημείωση του Γιώργου Σεφέρη για τους στίχους 13-14

Σημείωση δική μου

παρόμοιες παραστάσεις "κολασμένων" βλέπουμε
και στην τοιχογραφία της "Δευτέρας Παρουσίας" του Θεοφάνη
στον Άι-Νικόλα τον Αναπαυσά στα Μετέωρα
(δείτε το έργο αυτό στο ντοκιμαντέρ
ΘΕΟΦΑΝΗΣ ο ΚΡΗΣ
που ανέβασα προχτές εδώ).
Β.Π. 2942016

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

ο Βασίλης Πολύζος διαβάζει Πτωχοπρόδρομο (12ος αι.) / VIDEO






Υστεροβυζαντινή λαϊκότροπη ποίηση. 
Ο Βασίλης Πολύζος διαβάζει το ποίημα 
"παιδίν μου μάθε γράμματα" του Θεοδώρου Προδρόμου 
(Πτωχοπρόδρομος, 12ος αιώνας) εγγραφή 8.5.2015

Ἀπὸ μικρόθεν μ' ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ μου

«Παιδίν μου, μάθε γράμματα, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.
Βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον μου, πεζὸς περιεπάτει,
καὶ τώρα διπλοεντέληυος καὶ παχυμουλαράτος.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, ὑπόδησιν οὐκ εἶχεν,
καὶ τώρα βλέπεις τον φορεῖ τὰ μακρυμύτικά του.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, ποτέ του οὐκ ἐκτενίσβη,
καὶ τώρα καλοκτένιστος καὶ καμαροτριχάρης.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, λουτρόθυραν οὐκ εἶδε,
καὶ τώρα λουτρακίζεται τρίτον τὴν ἑβδομάδα.
Αὐτός, ὁ κόλπος του ἔγεμε φθεῖρας άμυγδαλάτας,
καὶ τώρα τὰ ὑπέρπυρα γέμει τὰ μανοηλάτα.
Καὶ πείσθητι γεροντικοῖς καὶ πατρικοῖς μου λόγοις,
καὶ μάθε τὰ γραμματικά, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.»


Καὶ ἔμαθον τὰ γράμματα μετὰ πολλοῦ τοῦ κόπου.
Ἀφ᾽ οὗ δὲ τάχα γέγονα γραμματικὸς τεχνίτης,
ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ τοῦ ψωμιοῦ τὴν μάνναν·
ὑβρίζω τὰ γραμματικά, λέγω μετὰ δακρύων·
«Ἀνάθεμαν τὰ γράμματα, Χριστέ, καὶ ὁποὺ τὰ θέλει,
ἀνάθεμαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκείνην τὴν ἡμέραν,
καθ᾽ ἥν μὲ παρεδώκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον,
πρὸς τὸ νὰ μάθω γράμματα, τάχα νὰ ζῶ ἀπ᾽ ἐκεῖνα!»
Ἐδάρε τότε ἄν μ᾽ ἔποικαν τεχνίτην χρυσοράπτην,
ἀπ᾽ αὐτοὺς ὁποὺ κάμνουσι τὰ κλαπωτὰ καὶ ζῶσι,
καὶ ἔμαθα τέχνην κλαπωτὴν τὴν περιφρονημένην,
οὐ μὴ ἤνοιγα τὸ ἀρμάριν μου καὶ ηὕρισκα ὅτι γέμει
ψωμίν, κρασίν πληθυντικὸν καὶ θυννομαγειρίαν,
καὶ παλαμιδοκόμματα καὶ τσίρους καὶ σκουμπρία·
παρ᾽ οὗ ὅτι τώρα ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους,
καὶ βλέπω χαρτοσάκουλα γεμάτα μὲ χαρτία.
Ἀνοίγω τὴν ἀρκλίτσαν μου, νὰ εὕρω ψωμὶν κομμάτιν,
καὶ εὑρίσκω χαρτοσάκουλον ἄλλο μικροτερίτσιν.
Ἁπλώνω εἰς τὸ περσίκιν μου, γυρεύω τὸ πουγγίν μου,
διὰ στάμενον τὸ ψηλαφῶ, καὶ αὐτὸ γέμει χαρτία.

Ἀ
φ᾽ οὗ δὲ τὰς γωνίας μου τὰς ὅλας ψηλαφήσω,
ἵσταμαι τότε κατηφὴς καὶ ἀπομεριμνημένος,
λιποθυμῶ καὶ ὀλιγωρῶ ἐκ τῆς πολλῆς μου πείνας·
καὶ ἀπὸ τὴν πείναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν
γραμμάτων καὶ γραμματικῶν τὰ κλαπωτὰ προκρίνω.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

ο Βασίλης Πολύζος διαβάζει το ποίημα "Λεπτομέρειες στην Κύπρο" του Γιώργου Σεφέρη





VIDEO
ο Βασίλης Πολύζος διαβάζει το ποίημα
«Λεπτομέρειες στην Κύπρο» του Γιώργου Σεφέρη
από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Γ’
(ανάγνωση 25 Ιουλίου 2015) 

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Ελευθερία Κυρίτση, Χειρόγραφη Πόλη / τρία ποιήματα




Ελευθερία Κυρίτση

ΦΟΥΓΚΑ


Κι ύστερα ξεκρέμασα την ακτή
Απ’ τα μπράτσα σου
Το περιβραχιόνιο της αμμουδιάς
Ζήσαμε τις κερασιές
Το φιλί του Μάη
Τη συναρμολόγηση της φωτιάς
Το αναλόγιο της αγάπης
Εξηγήσαμε όλα τα θαύματα
Περπατήσαμε τους δρόμους της πόλης
Παίξαμε σαν φυσαρμόνικες παιδιών
Θλιβερά χαρούμενες
Κρατήσαμε τη λάμπα ανοιχτή
Καρωτίδα φωτός
Είδαμε το φθινόπωρο να ρίχνει φύλλα
Την ώρα να βγάζει παγετώνες από το στήθος
Το χάος να κυβερνιέται από το χάος
Συνεταιριστήκαμε αγωνία
Ανεβήκαμε στους εξώστες
Δειπνήσαμε ως αργά


Ω
ΜΕΓΑ


Πέθανα όταν δεν ήξερα πώς
αλλιώς να σιωπήσω
(να καρατομήσω το χρόνο)

Το κορμί χωρίς σάρκα με κατέκλυσε
πηγάδι ο πηγαιμός
προς τη μετριοφροσύνη της φύσης.
Τα δευτερόλεπτα
λεπτοί ξυλοκόποι της μέρας
πάσχιζαν να τετραγωνίσουν το μαύρο.

Μπήκα από μια ολονύκτια φυγή
στη δοκιμασία της αμυχής.
Παγωμένα κεριά οι σκέψεις
πετάρισαν στον αρχαίο ελαιώνα.
Δεν ανακάλυψα κάτι πιο παλιό απ’ το θάνατο
(και τον κρότο του σκοταδιού)

Έφυγα με τα χέρια κλειστά
προς τον ελαιώνα που δε θα θυμάμαι πια
(Αλλά κοιτάζω κατά πού τραβάει ο ορίζοντας και
παραμερίζω λίγο ακόμη
για να ξανάρθει κάτι)


ΠΟΙΗΤΗΣ ΛΟΥΟΜΕΝΟΣ



Ποίηση
η εκκρεμότητα
ανάμεσα στη θάλασσα
και τη θάλασσα


Έβρεχε ακόμη στα χέρια του ποιητή
Με τόσους ποταμούς ανάμεσα
Πώς ν’ ανοίξει το παράθυρο
Να σπείρει ψάρια στα νερά
Πώς να σύρει πίσω τις κουρτίνες των χρόνων
Ήθελε να τραβήξει μαλακά το μάνταλο
Να ξεχειλώσει τη συνήθεια ως το μέγεθος της πόρτας
Να φιλοξενήσει λίγο έξω κόσμο
Ό,τι χωρέσουν τα έπιπλα
Απ’ τα κομμάτια του δρόμου
Απ’ τις στροφές του γυρισμού
Να βάλει τους περαστικούς να πιούν τσάι
Να κατοικήσουν την ίδια μεριά της λέξης
Να μυρίσουν τα κυκλάμινα στην ελάχιστη γλάστρα τους
Να τους δείξει σειρές μάτια στις φωτογραφίες

Υάκινθος η φωνή του



τρία ποιήματα
από την ποιητική συλλογή
ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΗ ΠΟΛΗ
της Ελευθερίας Κυρίτση
εκδ. ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ
2013

εικόνα
φυσαρμόνικες παιδιών
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
2014
(ο τίτλος οφείλεται στο ποίημα ΦΟΥΓΚΑ)


Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Καλοκαίρι με τον Πτωχοπρόδρομο (2): το αγιοζούμιν (όπως τώρα, κοινωνικά συσσίτια)!



το αγιοζούμιν
πτωχοπροδρομικόν ποίημα

Σ
τάσσει γαρ τρις ο μάγειρος το έλαιον απέσω
και βάλλει και θρυπιόξυλα τινα δια μυρωδίαν
και το ζουμίν εκχέει το επάνω των ψυχίων
και δίδουν μας και τρώγομεν και λέγουν το αγιοζούμιν.

Κάλει λοιπόν, Ηγούμενε, τούτο Θερμαλατέαν  
και μην καλής αγιόζουμον δια την ομωνυμίαν.
Τούτο δαμάζει πάντοτε τους ταπεινούς Αβάδας.

Τι μαγειρεύουν σήμερον; και λέγουν αγιοζούμιν.
Σηκώνω το πινάκιν μου και βλέπω το σκουτέλιν,
και γέμει ως άνω θρύμματα και λέγοντα αγιοζούμιν.
Κουντώ τον συψωμίτην μου, σύρνω τον εκ το ιμάτιν,
και λεγω τι εν’ το τρώγομεν και λέγει αγιοζούμιν.

Και πίστευσον, ού ψεύδομαι, μεγάλως αληθεύω.
Των γαρ κρομμύων πάντοτε συντόμως η δριμύτης,
και ο ιος του λέβητος επάνω πρασινίζει.
Και πίστευσον, εμάνηντο, και ού θέλω να το φάγω.
Πεινών δε πάλιν τρώγω το, και ειπέ με, τι να φάγω.
Πάντως πεινών αγανακτώ, κινούμαι εις το αγιοζούμιν
και λέγω νάβρα θρύμματα καλά και να χορτάσω.
Εκείνοι τρώγουν βαθρακούς* ημείς δε τ’ αγιοζούμιν.

*το ψάρι πεσκανδρίτσα ή βατραχόψαρο


το αγιοζούμιν

ένα ποίημα του Βυζαντινού λόγιου και ποιητή
Θεοδώρου Προδρόμου ή Πτωχοπροδρόμου (περί το 1098-1166)

DEVELOPMENT

μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου
2009
 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Καλοκαίρι με τον Πτωχοπρόδρομο (1): ανάθεμαν τα γράμματα!



Πτωχοπροδρομικόν ποίημα
δια τους αγχίνους και φιλομαθείς Έλληνας*
κοσμούμενον και δια επιτηδείου ζωγραφίας
παρά Βασιλείου Πολύζου


Ἀπὸ μικρόθεν μ' ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ μου
«Παιδίν μου, μάθε γράμματα, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.
Βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον μου, πεζὸς περιεπάτει,
καὶ τώρα διπλοεντέληυος καὶ παχυμουλαράτος.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, ὑπόδησιν οὐκ εἶχεν,
καὶ τώρα βλέπεις τον φορεῖ τὰ μακρυμύτικά του.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, ποτέ του οὐκ ἐκτενίσβη,
καὶ τώρα καλοκτένιστος καὶ καμαροτριχάρης.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, λουτρόθυραν οὐκ εἶδε,
καὶ τώρα λουτρακίζεται τρίτον τὴν ἑβδομάδα.
Αὐτός, ὁ κόλπος του ἔγεμε φθεῖρας άμυγδαλάτας,
καὶ τώρα τὰ ὑπέρπυρα γέμει τὰ μανοηλάτα.
Καὶ πείσθητι γεροντικοῖς καὶ πατρικοῖς μου λόγοις,
καὶ μάθε τὰ γραμματικά, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.»

Καὶ ἔμαθον τὰ γράμματα μετὰ πολλοῦ τοῦ κόπου.
Ἀφ᾽ οὗ δὲ τάχα γέγονα γραμματικὸς τεχνίτης,
ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ τοῦ ψωμιοῦ τὴν μάνναν·
ὑβρίζω τὰ γραμματικά, λέγω μετὰ δακρύων·
«Ἀνάθεμαν τὰ γράμματα, Χριστέ, καὶ ὁποὺ τὰ θέλει,
ἀνάθεμαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκείνην τὴν ἡμέραν,
καθ᾽ ἥν μὲ παρεδώκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον,
πρὸς τὸ νὰ μάθω γράμματα, τάχα νὰ ζῶ ἀπ᾽ ἐκεῖνα!»
Ἐδάρε τότε ἄν μ᾽ ἔποικαν τεχνίτην χρυσοράπτην,
ἀπ᾽ αὐτοὺς ὁποὺ κάμνουσι τὰ κλαπωτὰ καὶ ζῶσι,
καὶ ἔμαθα τέχνην κλαπωτὴν τὴν περιφρονημένην,
οὐ μὴ ἤνοιγα τὸ ἀρμάριν μου καὶ ηὕρισκα ὅτι γέμει
ψωμίν, κρασίν πληθυντικὸν καὶ θυννομαγειρίαν,
καὶ παλαμιδοκόμματα καὶ τσίρους καὶ σκουμπρία·
παρ᾽ οὗ ὅτι τώρα ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους,
καὶ βλέπω χαρτοσάκουλα γεμάτα μὲ χαρτία.
Ἀνοίγω τὴν ἀρκλίτσαν μου, νὰ εὕρω ψωμὶν κομμάτιν,
καὶ εὑρίσκω χαρτοσάκουλον ἄλλο μικροτερίτσιν.
Ἁπλώνω εἰς τὸ περσίκιν μου, γυρεύω τὸ πουγγίν μου,
διὰ στάμενον τὸ ψηλαφῶ, καὶ αὐτὸ γέμει χαρτία.

Ἀ
φ᾽ οὗ δὲ τὰς γωνίας μου τὰς ὅλας ψηλαφήσω,
ἵσταμαι τότε κατηφὴς καὶ ἀπομεριμνημένος,
λιποθυμῶ καὶ ὀλιγωρῶ ἐκ τῆς πολλῆς μου πείνας·
καὶ ἀπὸ τὴν πείναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν
γραμμάτων καὶ γραμματικῶν τὰ κλαπωτὰ προκρίνω.


Από μικρόθεν μ' 'ελεγεν
ένα ποίημα του Βυζαντινού λόγιου και ποιητή
Θεοδώρου Προδρόμου ή Πτωχοπροδρόμου (περί το 1098-1166)

 εικόνα: Παιδίν μου, μάθε γράμματα...
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2004

*η φράση "δια τους αγχίνους και φιλομαθείς Έλληνας”
ανήκει στον Ρήγα (Φυσικής Απάνθισμα, Βιέννη 1790)

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Μέρη Λιόντη, Θέρος το Χειμαζόμενον / τέσσερα ποιήματα




Μέρη Λιόντη


                    ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ


πυρωμένο χώμα
άνεμος καυτός
νερό λειψό και
εκκρίσεις


σαλπάρουν οι μέρες
πανιά σκισμένα
με θρήνο στη ζωή
γερνούν οι επίγονοι


τι παραλλάσσει;

και πάλι
στον ορίζοντα του πουθενά
με μια ληγμένη αγάπη
ο οδοιπόρος

κουβαλά και φέτος
ένα έκθετο καλοκαίρι



(αποσπασματικά και ασθμαίνοντας
στα σκαλιά)



                   
                    ΓΕΝΕΘΛΙΑ


φυσάει ο Ιούλιος χνώτο καυτό
πάνω στα χρόνια μου που στέκονται
καταμεσής του θέρους

τα χνάρια ακόμα ψάχνει
απ’ όσα (ανα)ζητήθηκαν

τότε που όλα ήταν εύκολα
και τα όνειρα τρεχάλα
μες στα πόδια μοτ

σκέψου να δεις ακόμα
τι μας μέλλεται!



(φορτίο που δε μοιράζονται οι μέρες)



                   
                    ΑΔΥΝΑΜΙΑ


τελικά λέω πως το να με τρώω με μέτρο
εντελώς ημίμετρο είναι
. . . . . . . . . . . . . . . . .
βέβαια έτσι μεσοβέζικα
πορεύτικα ίσαμε τώρα
αφήνοντας ως και τα ένδοξα
πλάνα στους εραστές τους

-εγώ μακριά-

τώρα λοιπόν τι θες
την ώρα που έτσι κι αλλιώς
μικραίνει η μέρα
-να η καλή ερώτηση-

αποχαιρετά το καλοκαίρι κιόλας
πεθαμένο απ’ την εξάντληση
πολλές οι προσδοκίες οι φετινές
δεν άντεξε το δρόμο


(καλοχαιρέτα τη λύπη την ευγενική
μπας και σε σπλαχνιστεί
μπας και σε συντροφέψει την ώρα που θα λείπω)


                   

                    ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ


καμιά φορά θέλω να κοιτάξω εντός

βλέπω ένα παράθυρο που χάσκει

και πισωπατώ




(βασιλεύει η ψυχή μου σε έρημο χώρα
αγκάθια είναι το σκήπτρο μου)



τέσσερα ποιήματα
από την ποιητική συλλογή
ΘΕΡΟΣ το ΧΕΙΜΑΖΟΜΕΝΟΝ
της Μέρης Λιόντη
εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ
2014

εικόνα
φυσάει ο Ιούλιος

εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
2014
(ο τίτλος οφείλεται στο ποίημα ΓΕΝΕΘΛΙΑ)


Σημείωση
Η ποίηση της Μέρης Λιόντη είναι "η ποίηση
του απολύτως απαραίτητου λόγου".
Καθαρίζει (αποκαθαίρει) η ίδια το λεκτικό και το
εννοιολογικό (θα έλεγα και το συναισθηματικό της)
 τοπίο, πριν το επιχειρήσει ο αναγνώστης ή ο κριτικός.
Από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο ποίημα
αυτού του χειμαζόμενου θέρους, ο λόγος
είναι ειλικρινής, ανεπιτήδευτος, λιγόσαρκος,
αλλά σε καμιά περίπτωση αναιμικός.
Καλοτάξιδο το βιβλίο σου, ερωδιούλα!
Βασίλης Πολύζος, 18 του Ιούλη 2014



Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Hans Magnus Entzensberger, Die Dreiunddreissigjährige / Προφίλ μιας τριαντατριάχρονης





Προφίλ μιας τριαντατριάχρονης
Του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ
Απόδοση από τα Γερμανικά: Βασίλης Πολύζος

Της βγήκαν όλα αλλιώς απ’ ό,τι τα λογάριαζε.
Πάντοτε αυτά τα σαραβαλιασμένα τα Φολκσβάγκεν.
Κάποτε λίγο έλειψε να παντρευτεί έναν φούρναρη.
Στην αρχή μελετούσε  Έσσε, ύστερα Χάντκε.
Τώρα θέλει να λύνει στο κρεβάτι συλλαβόγριφους.
Δεν άφησε ποτέ τους άντρες να τη ρίξουν.
Για χρόνια ήταν τροτσκίστρια, αλλά με το δικό της τρόπο.
Ποτέ δεν έβαλε το χέρι σε κουπόνια φαγητού.
Όταν σκέφτεται την Καμπότζη, νιώθει μαύρα χάλια.
Ο τελευταίος φιλαράκος, ο Προφέσορας, την έβαζε όλο να τον δέρνει.
Πρασινωπά μπατίκ- φουστάνια, μα πολύ φαρδιά για κείνη.
Μελίγκρα στα φυτά εσωτερικού χώρου.
Αυτό που αλήθεια ήθελε ήταν να ζωγραφίζει ή να ταξιδεύει.
Διατριβή της, Η Πάλη των Τάξεων στην Ουλμ, από το 1500
μέχρι το 1512, και η Επίδρασή της στα Τραγούδια του Λαού:
Υποτροφίες και ξανά από την αρχή και μια βαλίτσα σημειώσεις.
Πότε πότε της στέλνει κάποια χρήματα η Γιαγιά.
Χορευτικές φιγούρες ντροπαλά στο μπάνιο, μικρές γκριμάτσες,
για ώρες με χυμό αγγουριού μπρος στον καθρέφτη.
Λέει: τουλάχιστον δεν θα λιμοκτονήσω.
Σαν την πιάνει το κλάμα, δείχνει δεκαεννιά.


Die Dreiunddreissigjährige
ένα ποίημα του Hans Magnus Entzensberger
απόδοση από τα Γερμανικά: Βασίλης Πολύζος


Πορτρέτο μιας τριαντατριάχρονης
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2005

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Tourist, ένα ποίημα του Felix Morisseau Leroy (Moriso Lewa)







Félix Morisseau-Leroy
Tourist

 
Tourist, don't take my picture
Don't take my picture, tourist
I'm too ugly
Too dirty
Too skinny
Don't take my picture, white man
Mr. Eastman won't be happy
I'm too ugly
Your camera will break
I'm too dirty
Too black
Whites like you won't be content
I'm too ugly
I'm gonna crack your kodak
Don't take my picture, tourist
Leave me be, white man
Don't take a picture of my burro
My burro's load's too heavy
And he's too small
And he has no food here
Don't take a picture of my animal
Tourist, don't take a picture of the house
My house is of straw
Don't take a picture of my hut
My hut's made of earth
The house already smashed up
Go shoot a picture of the Palace
Or the Bicentennial grounds
Don't take a picture of my garden
I have no plow
No truck
No tractor
Don't take a picture of my tree
Tourist, I'm barefoot
My clothes are torn as well
Poor people don't look at whites
But look at my hair, tourist
Your kodak's not used to my color
Your barber's not used to my hair
Tourist, don't take my picture
You don't understand my position
You don't understand anything
About my business, tourist
"Gimme fie cents"
And then, be on your way, tourist.


Tourist
ένα ποίημα του Αϊτινού ποιητή
Félix Morisseau-Leroy (Feliks Moriso-Lewa)
(1912 – 1998)
Μετάφραση από τα Κρεολέζικα τηςΑϊτής:
Jack Hirschman

Creole Percussions
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
2014

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Σταύρος Σταυρόπουλος, ΜΕΤΑ / 5 ποιήματα



γύρισα
τη σελίδα του κόσμου
μέσα μου

έκανε
ένα αργό θόρυβο

σα να γκρεμιζόταν
ο χρόνος



   θα τελειώσουν οι λέξεις

   και δεν
   θα προλάβω να πω

   ότι με άφησαν
   να πεθαίνω μαζί τους

   στην ορθοστασία της λύπης

   αποφώνηση
   αποφώνηση




   τα μάτια μου
   γεννημένα σε δυο ζωές

   γαβγίζουν σκοτάδι


 

   γράφω

   όσο γίνεται πιο μετά
   από μένα

   αυτό

   που υποκαθιστά

   τον ουρανό

   αυτό

   που ενδεχομένως

   γερνάει το αίμα μου



εδώ πια
είναι αργά

σ’ αυτό το

λιγότερο από αύριο
λερωμένο μίλι της γης

φυτρώνουν
αδαπάνητα απογεύματα



Σταύρος Σταυρόπουλος
5 ποιήματα
από το βιβλίο ΜΕΤΑ
εκδ. Απόπειρα 2012


5 ζωγραφιές του ΒασίληΠολύζου
σ’ αυτή την ανάρτηση:

(επάνω)
ΜΕΤΑ
2014

(ένθετα στα κείμενα)
ο φίλος μου ο Σταύρος
τέσσερα σκίτσα 2008

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Γιώργος Σεφέρης, άνθη της πέτρας





Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στὴν πράσινη θάλασσα
μ
ὲ φλέβες ποὺ μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες
γυαλίζοντας στ
᾿ ἀργὸ ψιχάλισμα,
ἄνθη τῆς πέτρας φυσιογνωμίες
πο
ὺ ἦρθαν ὅταν κανένας δὲ μιλοῦσε καὶ μοῦ μίλησαν
πο
ὺ μ᾿ ἄφησαν νὰ τὶς ἀγγίξω ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴ σιωπὴ
μέσα σε πε
ῦκα σὲ πικροδάφνες καὶ σὲ
πλατάνια.






Γιώργος Σεφέρης
Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
από τα ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

εικόνες
1. άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
2. άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες
δυο φωτογραφίες του Βασίλη Πολύζου
Σέριφος 2000

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

If You Ever Go To Dublin Town / όταν ο Πάτρικ Κάβανα τραγούδησε τα στερνά του








PATRICK KAVANAGH
If You Ever Go To Dublin Town
                                          
                                               
είδα τις δαχτυλιές στο τζάμι
                                               
σημάδια που άφησε ο Βιργίλιος
                                               
ο Πάτρικ Κάβανα
                                               
ο Γ. Σεφέρης
                                               
και επτοήθην
                                                              Β. Π., σαρακοστή*

If you ever go to Dublin town
In a hundred years or so
Inquire for me in Baggot street
and what i was like to know
O he was the queer one
Fol dol the di do
He was a queer one
I tell you

My great-grandmother knew him well,
He asked her to come and call
On him in his flat and she giggled at the thought
Of a young girl’s lovely fall.
O he was dangerous,
Fol dol the di do,
He was dangerous,
I tell you.

On Pembroke Road look out for my ghost,
Dishevelled with shoes untied,
Playing through the railings with little children
Whose children have long since died.
O he was a nice man,
Fol do the di do,
He was a nice man
I tell you.

Go into a pub and listen well
If my voice still echoes there,
Ask the men what their grandsires thought
And tell them to answer fair,
O he was eccentric,
Fol do the di do,
He was eccentric
I tell you.

He had the knack of making men feel
As small as they really were
Which meant as great as God had made them
But as males they disliked his air.
O he was a proud one,
Fol do the di do,
He was a proud one
I tell you.

If ever you go to Dublin town
In a hundred years or so
Sniff for my personality,
Is it Vanity’s vapour now?
O he was a vain one,
Fol dol the di do,
He was a vain one
I tell you.

I saw his name with a hundred others
In a book in the library,
It said he had never fully achieved
His potentiality.
O he was slothful,
Fol do the di do,
He was slothful
I tell you.

He knew that posterity has no use
For anything but the soul,
The lines that speak the passionate heart,
The spirit that lives alone.
O he was a lone one,
Fol do the di do
Yet he lived happily
I tell you.


* Β. Π., σαρακοστή
   μια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ*
 

VIDEO
Patrick Kananagh
singing
If You Ever Go To Dublin Town

Εικόνες:
1. Πορτρέτο του Patrick Kavanagh
από τον Patrick Swift
2. εικόνα στο video
Το Μνημείο του Patrick Kavanagh
στο Μεγάλο Κανάλι, Δουβλίνο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Patrick Kavanagh

(21 October 1904 – 30 November 1967).
Irish poet and novelist. Regarded as one of the
foremost poets of the 20th century,
his best known
works include the novel Tarry Flynn and the poems
"On Raglan Road" and "The Great Hunger". He is known
 for accounts of Irish life through reference to the
everyday and commonplace.
(
περισσότερα, δες WIKIPEDIA)


Patrick Swift (1927–1983).
Irish painter who worked in Dublin, London and
Algarve in southern Portugal, where he is buried
in the town of Porches.