Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις προκάτ άνοιξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις προκάτ άνοιξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

o Σταύρος Σταυρόπουλος για τον Βασίλη Πολύζο και τις «Αναμνήσεις Προκάτ Άνοιξης»




o
Σταύρος Σταυρόπουλος  για τον Βασίλη Πολύζο
και τις «Αναμνήσεις Προκάτ Άνοιξης»
Στοά του Βιβλίου, 7 Φεβρουαρίου 2007.
Στο πάνελ (από αριστερά): Νίκη Ζορμπά, Έλενα Κυρίτση,
Βασίλης Χατζηιακώβου, Σταύρος Σταυρόπουλος, ΜηνάςΤαταλίδης.
Το βιβλίο αυτό του Βασίλη Πολύζου είχε κυκλοφορήσει
από τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ τον Ιούλιο του 2006.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Ο Βασίλης Χατζηιακώβου παρουσιάζει τις «Αναμνήσεις Προκάτ Άνοιξης» του Βασίλη Πολύζου



ΟΣΑ ΦΕΡΝΕΙ Η ΩΡΑ !
Στοά του Βιβλίου - 7.2.2007, ώρα βραδινή.

Ο ανυπέρβλητος Βασίλης Χατζηιακώβου παρουσιάζει ευσχημόνως 
τις «Αναμνήσεις Προκάτ Άνοιξης» του Βασίλη Πολύζου που είχαν 
εκδοθεί από την «Απόπειρα» μερικούς μήνες πριν.
Επίσης στο πάνελ (από αριστερά): η Νίκη Ζορμπά, η Έλενα Κυρίτση,
ο Σταύρος Σταυρόπουλος και ο Μηνάς Ταταλίδης.
Με λίγη υπομονή, θα τους απολαύσουμε σύντομα!

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

karaoke club





κaraoke club

    
όνειρο πρώτο
αυτές είναι μέρες
βαδίζω πάνω στα γαλανά νερά
και δε βουλιάζω
η θάλασσα με κρατάει
χωρίς κόπο στην παλάμη της
παίζοντας τον αφρό
pianissimo
στα βλέφαρά μου

ήσυχα που ανασαίνει η Κλεοπάτρα
η κλίνη της ευωδιαστός κέδρος του Λιβάνου
τα σεντόνια της κεντημένοι κρίνοι
επιθαλάμια μιξολύδια
ωριμάζουν στη σκοτεινιά της

πολλά τα έτη της Αυγούστης
γενεές γενεών τη βάδισαν
ντυμένες βύσσο και πορφύρα
η επιθυμία της κεχρυσωμένη εν χρυσίω
και λίθω τιμίω
η επιθυμία της ιδρωμένο χόρτο
κιννάμωμον
θυμίαμα αρωμάτων

τι ωφελήσει με
εάν κερδίσω την ψυχή μου
και απολέσω τον καλπασμό των κυμάτων της;

ich reite so spät

μια νύχτα μόνο μου χάρισε
η Κίρκη στο Graben
ένα υστερόγραφο φεγγαριού 
στην έρημη φωλιά της αλεπούς
χαμόγελο ολοκόκκινο
πίσω από το ριπίδι των δαχτύλων
στη μέση της σφιχτό ένα ασημένιο φίδι
σαν βγήκαμε απ’ το Café Hawelka
                   
θα φτάσει είπε το σώμα σου
στο
δέλτα
της κοιλάδας μου
όρθιος
κύκνος
κι ύστερα με το λαιμό του τσακισμένο
θα τον σφουγγίσω με τους πλοκάμους μου
θα σου αποδώσω νεκρικές τιμές


karaoke club
ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2006


karaoke club
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2011



Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

αναμνήσεις προκάτ άνοιξης / ε΄ εγώ ειμί η οδός


εγώ ειμί η οδός
του Βασίλη Πολύζου

                              und das Schiff mit acht Segeln
                             und mit fünfzig Kanonen
                             wird beschießen die Stadt 


wat is de Spiel??

ιδού εγώ Seamus the Famous
φυσιοδίφης επί ξύλου κρεμάμενος
ιδού εγώ Orlando Furioso
επίσκοπος της πενθέκτης Συνόδου
επί ξυρού ακμής αναρριχώμενος
ιδού εγώ Emil Kafka
περιμένοντας το ουράνιο τόξο
να φέρει μια μικρή Judy Garland
με τραγούδια παστέλ παστοράλ
πάνω σε λουλουδένια αιώρα
ιδού εγώ Coitus Interruptus Emeritus
God’s non-stop gift to women
καθηγητής στο LSE διδάξας
επί σειράν ετών το μάθημα
a broad overview of the
worldwide growth of whoring
και ποιά η ευθύνη μου ως βροχοποιού
που δεν μπόρεσα να κρατήσω
μήτε ένα σύννεφο
πάνω απ’την άνυδρη ετούτη μέρα
ήρεμη σαν πουκάμισο νεκρού
ίδιο κενό στα παράθυρα
ίδιοι σκοτωμένοι γλάροι στο σαλόνι
κι αυτό το απόρθητο φως
στο πρόσωπο της Κοντεσίνας
είναι το φως των προβολέων
η δε γλώσσα μου στο βυθό
του ουρανίσκου της
εξ ου η δρόσος απέσταξεν
σε μικρούς ηδονικούς κόμπους
χαίρε η καιομένη και χαίρε η χλωρή
and she an arch-dyke
staying at the arch-duke’s, her cousin's
γιατί μόνο μια φορά
θα σου δοθεί η Σαπφώ in vivo
κατά την παρέλαση των κύκνων
στη δεντροστοιχία
και ο πoλιός ζωγράφος θα χαιρετήσει
υποκλινέστατος die Matrosen
mit den weissen Hosen
so hush little baby don’t you cry
το πρόσωπό σου θα λιτανέψουν
οικιστήρες και πολιούχοι άγιοι
κουβαλώντας το ύπτιο καλοκαίρι
άχρι θανάτου utópia/uchrónia
φυτεύοντας γιγαbytes σιωπής
παρά τας διεξόδους των υδάτων
κι ο σπίνος κι η σουσουράδα θα κριθούν
πεπτωκότες άγγελοι
causes of corruption in EU countries
και μόνη μου ελπίς και παραμυθία
in saecula saeculorum
το μαγικό κατάλευκο βουνό
που αντίκρυσα απρόσμενα ένα πρωί
μπροστά στο παράθυρο του ξενοδοχείου
στο λιμάνι του Ελσίνκι

για κοίτα είπε η Κρισταμπέλ
είναι ένα καράβι χιονισμένο
με οχτώ πανιά και πενήντα κανόνια
που έφτασε ακροπατώντας μες στη νύχτα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

εγώ ειμί η οδός → Κατά Ιωάννην, ιδ΄, 6.

und das Schiff mit acht Segeln….→ Bertolt Brecht, Drei Groschen Roman
(Träume eines Küchenmädchens).

Seamus the Famous,
φυσιοδίφης...→ Seamus Heaney, Death of a Naturalist.

LSE :
συντομογραφία του London School of Economics.

εξ ου η δρόσος απέσταξε… Πρβλ. Ιωσήφ υμνογράφου, Κανών του Ακαθίστου
Ύμνου, Ωδή στ΄:
Εκ σου η δρόσος απέσταξε...

χαίρε η καιομένη...→ Οδ. Ελύτης, Το Άξιον Εστί (Το Δοξαστικόν):
Χαίρε η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή...

staying at the arch-duke’s, her cousin’s → T. S. Eliot, The Waste Land,
στιχ. 13 – 14:
And when we were children, staying at the arch-duke’s,
My cousin’s…

so hush little baby…→ George Gershwin, Summertime.

παρά τας διεξόδους των υδάτων → Πέτρου Πελοποννησίου (θ.1777)
Πολυέλεος «Μακάριος ανήρ» → Δαβίδ, Ψαλμός α΄, 3:
Και έσται ως το ξύλον το πεφυτευμένον
παρά τας διεξόδους των υδάτων...

Κρισταμπέλ βλ. DIZZILAND (αναβαθμοί, siffleur, φαρμακολύτρια).


εγώ ειμί η οδός (και οι σημειώσεις)
το πέμπτο άσμα
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
του Βασίλη Πολύζου
, εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2006

εικόνα: I love graffiti
μια αφίσα του Βασίλη Πολύζου (2006)
για την έκδοση του βιβλίου

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ: ραψωδία rap






VIDEO
(you tube)
ραψωδία
rap
ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από το βιβλίο
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2006

photo
V.P. - snapshot ‘14

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

αναμνήσεις προκάτ άνοιξης / das Schiff mit fünfzig Kanonen







εγώ ειμί η οδός
του Βασίλη Πολύζου
                           

                            und das Schiff mit acht Segeln
                            und mit fünfzig Kanonen
                            wird beschießen die Stadt



wat is de Spiel??

ιδού εγώ Seamus the Famous
φυσιοδίφης επί ξύλου κρεμάμενος
ιδού εγώ Orlando Furioso
επίσκοπος της πενθέκτης Συνόδου
επί ξυρού ακμής αναρριχώμενος
ιδού εγώ Emil Kafka
περιμένοντας το ουράνιο τόξο
να φέρει μια μικρή Judy Garland
με τραγούδια παστέλ παστοράλ
πάνω σε λουλουδένια αιώρα
ιδού εγώ Coitus Interruptus Emeritus
God’s non-stop gift to women
καθηγητής στο LSE διδάξας
επί σειράν ετών το μάθημα
a broad overview of the
worldwide growth of whoring
και ποιά η ευθύνη μου ως βροχοποιού
που δεν μπόρεσα να κρατήσω
μήτε ένα σύννεφο
πάνω απ’την άνυδρη ετούτη μέρα
ήρεμη σαν πουκάμισο νεκρού
ίδιο κενό στα παράθυρα
ίδιοι σκοτωμένοι γλάροι στο σαλόνι
κι αυτό το απόρθητο φως
στο πρόσωπο της Κοντεσίνας
είναι το φως των προβολέων
η δε γλώσσα μου στο βυθό
του ουρανίσκου της
εξ ου η δρόσος απέσταξεν
σε μικρούς ηδονικούς κόμπους
χαίρε η καιομένη και χαίρε η χλωρή
and she an arch-dyke
staying at the arch-duke’s, her cousin's
γιατί μόνο μια φορά
θα σου δοθεί η Σαπφώ in vivo
κατά την παρέλαση των κύκνων
στη δεντροστοιχία
και ο πoλιός ζωγράφος θα χαιρετήσει
υποκλινέστατος die Matrosen
mit den weissen Hosen
so hush little baby don’t you cry
το πρόσωπό σου θα λιτανέψουν
οικιστήρες και πολιούχοι άγιοι
κουβαλώντας το ύπτιο καλοκαίρι
άχρι θανάτου utópia/uchrónia
φυτεύοντας γιγαbytes σιωπής
παρά τας διεξόδους των υδάτων
κι ο σπίνος κι η σουσουράδα θα κριθούν
πεπτωκότες άγγελοι
causes of corruption in EU countries
και μόνη μου ελπίς και παραμυθία
in saecula saeculorum
το μαγικό κατάλευκο βουνό
που αντίκρυσα απρόσμενα ένα πρωί
μπροστά στο παράθυρο του ξενοδοχείου
στο λιμάνι του Ελσίνκι

για κοίτα είπε η Κρισταμπέλ
είναι ένα καράβι χιονισμένο
με οχτώ πανιά και πενήντα κανόνια
που έφτασε ακροπατώντας μες στη νύχτα


Βασίλης Πολύζος
εγώ ειμί η οδός
το 5ο ποίημα 
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
ΑΠΟΠΕΙΡΑ
2006

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

“Seeräuber-Jenny”

Bertolt Brecht, Drei Groschen Roman
Music: Kurt Weill
Singer: Lotte Lenya

Meine Herren, heute sehen Sie mich Gläser abwaschen
Und ich mache das Bett für jeden.
Und Sie geben mir einen Penny und ich bedanke mich schnell
Und Sie sehen meine Lumpen und dies lumpige Hotel
Und Sie wissen nicht, mit wem Sie reden.
Und Sie wissen nicht, mit wem Sie reden.
Aber eines Abends wird ein Geschrei sein am Hafen
Und man fragt: Was ist das für ein Geschrei?
Und man wird mich lächeln sehn bei meinen Gläsern
Und man sagt: Was lächelt die dabei?

Und ein Schiff mit acht Segeln
Und mit fünfzig Kanonen
Wird liegen am Kai.

Meine Herren, da wird ihr Lachen aufhören
Denn die Mauern werden fallen hin
Und die Stadt wird gemacht dem Erdboden gleich.
Nur ein lumpiges Hotel wird verschont von dem Streich
Und man fragt: Wer wohnt Besonderer darin?
Und man fragt: Wer wohnt Besonderer darin?
Und in dieser Nacht wird ein Geschrei um das Hotel sein
Und man fragt: Warum wird das Hotel verschont?
Und man wird mich sehen treten aus der Tür am Morgen
Und man sagt: Die hat darin gewohnt?

Und das Schiff mit acht Segeln
Und mit fünfzig Kanonen
Wird beschiessen die Stadt.

Und es werden kommen hundert gen Mittag an Land
Und werden in den Schatten treten
Und fangen einen jeglichen aus jeglicher Tür
Und legen ihn in Ketten und bringen vor mir
Und fragen: Welchen sollen wir töten?
Und an diesem Mittag wird es still sein am Hafen
Wenn man fragt, wer wohl sterben muss.
Und dann werden Sie mich sagen hören: Alle!
Und wenn dann der Kopf fällt, sag ich: Hoppla!

Und das Schiff mit acht Segeln
Und mit fünfzig Kanonen
Wird entschwinden mit mir.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

η προκάτ άνοιξη κι ο τελετάρχης




…κατά την ημέρα της απογραφής
επί Αυγούστου Καίσαρος
τρέχαμε πίσω από τη νεκροφόρα
ώσπου στάθηκε στην εξώπορτα του Αιμίλιου

κι ο τελετάρχης φορώντας μαύρα γάντια
χτύπησε τρείς φορές το χάλκινο ρόπτρο
ένα μικρό χεράκι με λάθος δάχτυλα

περιμένοντας να κατεβάσουν τον νεκρό αδερφό μας
χαζεύαμε τα επάργυρα αγγελάκια
στην κορνίζα του ουρανού
και τα δυο άλογα ντυμένα μαύρα κρέπια
να χαϊδεύουν πότε πότε τις χρυσόμυγες με την ουρά τους

ύστερα πρόβαλε στο ανώφλι αρχάγγελος Μιχαήλ
κρατώντας ένα μπουκέτο πρώιμα σύννεφα
δεμένα με μοβ κορδέλα

κι εμείς τρομάξαμε γιατί τον διαπερνούσε ο ήλιος
ρίχνοντας κάτασπρη στο χώμα τη σκιά του

σημείο πως έπρεπε να φύγουμε
από την πύλη της Ανατολής
πριν μας αγγίξει με το βλέμμα του


Βασίλης Πολύζος
μποτίλια στο πέλαγο?
(απόσπασμα)

από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
Εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2006

αγγελάκια στην κορνίζα του ουρανού
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου
2005

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

ο βροχοποιός και η άνυδρη μέρα






***************
και ποιά η ευθύνη μου ως βροχοποιού
που δεν μπόρεσα να κρατήσω
μήτε ένα σύννεφο
πάνω απ’ την άνυδρη ετούτη μέρα
ήρεμη σαν πουκάμισο νεκρού
ίδιο κενό στα παράθυρα
ίδιοι σκοτωμένοι γλάροι στο σαλόνι

***************
so hush little baby don’t you cry
το πρόσωπό σου θα λιτανέψουν
οικιστήρες και πολιούχοι άγιοι
κουβαλώντας το ύπτιο καλοκαίρι
άχρι θανάτου utópia/uchrónia
φυτεύοντας γιγαbytes σιωπής
παρά τας διεξόδους των υδάτων
κι ο σπίνος κι η σουσουράδα θα κριθούν 
πεπτωκότες άγγελοι
causes of corruption in EU countries

***************


Βασίλης Πολύζος

αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
Ε΄ εγώ ειμί η οδός
(απσπάσματα)
ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2006

εικόνα:
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης 2013
αναδρομική αφίσα του Βασίλη Πολύζου

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Βασίλης Πολύζος, karaoke club




   αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
             
                   Γ΄
          
variazioni

      β. κaraoke club
                                                    

                                                    
                                 I see through the opening of
                                 the black veil her lithe body
                                 sheathed in an orange shift…
                                 {…} A touch, a touch                                                         


όνειρο πρώτο
αυτές είναι μέρες
βαδίζω πάνω στα γαλανά νερά
και δε βουλιάζω
η θάλασσα με κρατάει
χωρίς κόπο στην παλάμη της
παίζοντας τον αφρό
                      pianissimo
στα βλέφαρά μου

ήσυχα που ανασαίνει η Κλεοπάτρα
η κλίνη της ευωδιαστός κέδρος του Λιβάνου
τα σεντόνια της κεντημένοι κρίνοι
επιθαλάμια μιξολύδια
ωριμάζουν στη σκοτεινιά της

πολλά τα έτη της Αυγούστης
γενεές γενεών τη βάδισαν
ντυμένες βύσσο και πορφύρα
η επιθυμία της κεχρυσωμένη εν χρυσίω
και λίθω τιμίω
η επιθυμία της ιδρωμένο χόρτο
κιννάμωμον
θυμίαμα αρωμάτων

τι ωφελήσει με
εάν κερδίσω την ψυχή μου
και απολέσω τον καλπασμό των κυμάτων της;

ich reite so spät

μια νύχτα μόνο μου χάρισε
η Κίρκη στο Graben
ένα υστερόγραφο φεγγαριού 
στην έρημη φωλιά της αλεπούς
χαμόγελο ολοκόκκινο
πίσω από το ριπίδι των δαχτύλων
στη μέση της σφιχτό ένα ασημένιο φίδι
σαν βγήκαμε απ’ το Café Hawelka
                   
θα φτάσει είπε το σώμα σου
                        στο
                      δέλτα
            της κοιλάδας μου
                     όρθιος
                     κύκνος
κι ύστερα με το λαιμό του τσακισμένο
θα τον σφουγγίσω με τους πλοκάμους μου
θα σου αποδώσω νεκρικές τιμές


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

I see through the opening… → James Joyce,  Giacomo Joyce, VII.

επιθαλάμια μιξολύδιa... To μιξολύδιον μέλος ή μιξολύδιος τρόπος
ή μιξολυδιστί αρμονία της μουσικής των αρχαίων Ελλήνων
αποδίδεται στη Σαπφώ (Αριστόξενος, 4ος αι. π. Χ., βλ.
Marcus
Meibomius, Antiquae Musicae Auctores Septem, Αμστελόδαμον 1652).
Κατά την παράδοση, ο τρόπος αυτός αντιστοιχεί στον τέταρτο ήχο
της βυζαντινής μουσικής. Το ήθος του ήταν χορευτικό και ηδονικό
(Χρύσανθος Προύσης, Θεωρητικόν Μέγα της μουσικής, § 347,
Τεργέστη 1832).

πολλά τα έτη της Αυγούστης → φράση από το κείμενο λαϊκής
θεατρικής παράστασης (άκτον) που καταχωρήθηκε στα πρακτικά
της κατά των Ακεφάλων αιρετικών Σεβήρου και Ανθίμου Συνόδου
(6ος αι.). Βλ. Γ. Ι. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την Ιστορίαν
της παρ’ημίν Εκκλ. Μουσικής
, σελ.179,  Αθήναι 1890.

κεχρυσωμένη εν χρυσίω και λίθω τιμίω → Αποκάλυψις, ιη΄, 16.

ich reite so spät → Goethe, Erlkönig:
                           Wer reitet so spät durch Nacht und Wind?

Graben…Βιέννη μεσονυκτίου

Café Hawelka…Bιέννη μεσονυκτίου

 με το λαιμό του τσακισμένο...Πρβλ. Οδύσσεια, κ΄ 559-60
                           ...εκ δε οι αυχήν
                           αστραγάλων εάγη...
     
θα τον σφουγγίσω με τους πλόκαμούς μου...Πρβλ. Κασσιανή,
Δοξαστικόν Όρθρου Μ.Τετάρτης:
                           ...αποσμήξω τούτους δε πάλιν,
                           τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις...

karaoke club
ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
(και οι σημειώσεις στο ποίημα)
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2006

karaoke club
μετείκασμα του Βασίλη Πολύζου 2012

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

θάνατος τα ζουμπούλια



                            ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
         αναμνήσεις προκάτ άνοιξης                 

                          στ΄ άσμα
         θάνατος τα ζουμπούλια

                                                             o moon of Alabama
                                                             we now must say good-bye
                                                             we’ve lost our dear old mamma

πού να κρυφτούμε?
ξάφνου οι τοίχοι έγιναν γυαλί
πέφτουν επάνω τους τα χελιδόνια
κι αναφλέγονται
στο δρόμο θα περάσει
ως προερρήθη υπό των ποιητών
ένα λιοντάρι πεινασμένο
που ξέφυγε απ’ το τσίρκο
και πίσω του ο τυφλός με το μπαστούνι
στην ώρα του ακριβώς στην ώρα του

ματαίως κάθε νύχτα οι πέτρες
πίνουν φεγγάρι για να δυναμώσουν
μετά την κατεδάφιση του επάνω ορόφου
η σκάλα έμεινε μετέωρη στον αέρα
χωρίς σκοπό
απογειώνοντας τα βήματά μας στο διάστημα
θα βάλουμε στη θέση τους λόγια δανεικά
τάχα για τις φωτογραφίες belle époque
που χάθηκαν μόλις τις χτύπησε ο ήλιος
για τους κρυστάλλινους καθρέφτες
που παίζαν μουσική καθώς χαμογελούσες
για την προθήκη με τις φιλντισένιες κούκλες
του δέκατου όγδοου αιώνος
για το ανεπαίσθητο άρωμα της θλίψης
που άφησε στα τραγούδια η Contessina
σαν έφυγε για το Trieste παίρνοντας
μαζί της όλα τα τριαντάφυλλα του κήπου
κι ακόμα
τάχα για κάποιο μήνυμα το τελευταίο
που δεν μας έφτασε ποτέ
κι ήταν το πιο σημαντικό
θα  ’δινε νόημα σ’ αυτά που έγιναν
και σ’ όσα θα  ’ρχονταν κατόπι
ένας μαντατοφόρος το κρατούσε
στο αμπέχονο κρυμμένο πάνω στην καρδιά του
εκεί που τονε βρήκε η σφαίρα
και το  ’κανε κομμάτια

Βασίλης Πολύζος
το ς΄ άσμα θάνατος τα ζουμπούλια
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης (Απόπειρα 2006)

alabama moon, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου (2006)
που χρησιμοποιήθηκε στο αντίστοιχο κείμενο του βιβλίου

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού



                                ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
        αναμνήσεις προκάτ άνοιξης

                     
                       Γ΄


                                variazioni

                        α. το σπιτάκι πάνω στο δέντρο

                                                               a bird twittering after storm,
                                                              happy that its little foolish life
                                                              has fluttered out of reach


ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού
ερυθρόμορφος κρατήρας Brirish Museum
κρατούσε τόσα σφυρίγματα στα χείλη του παιδιόθεν

σφύριζε σκοπούς- λιακάδα
                                     και σκοπούς-βροχή
                                                 σκοπούς-αμπέλια
                   και θημωνιές στην απανεμιά
σφύριζε σκαντζόχοιρους
και σαλιγκάρια
και μικρές χελώνες πριν να δέσει το καύκαλό τους
και τα λιγνά βυζάκια
της ξαδερφούλας του της Έφης
που δε φόραγε στηθόδεσμο

και μια φορά σαν ταξίδεψε
                                                   στην Άπω Ανατολή
σφύριξε μιαν απέραντη θάλασσα
κι ένα κοπάδι κυματοειδή δελφίνια

                   ήδη στα δεκαοχτώ του
                   η τέχνη του ήταν τέλεια

κλείνοντας με τα δάχτυλα τα βλέφαρά του
                    μπορούσε να σφυρίξει
                                         άρρητα χρώματα
πέρα απ’ το οπάλι                    πέρα απ’ τον σαρδόνυχα
                     πέρα απ’ το αίμα των ρουμπινιών
πέρα απ’ τον τυφλό θυμό του κίτρινου

μπορούσε να σφυρίξει
                                απαλούς αμμόλοφους
                   που σκλήραιναν στο άγγιγμα του έρωτα

κι ύστερα
                  βουλώνοντας με τις γροθιές τ’ αυτιά του
                  σφύριζε τον ερχομό της καταιγίδας

έτσι ένα πρωί
                     μετά
                           την
                               εις
                                  άδου
                                       κάθοδον
σφύριξε εκ του μηδενός ένα δέντρο θεόρατο
                   κι απάνω του ένα ξύλινο σπιτάκι

σαν ανέβηκε
                                                κλότσησε την ανεμόσκαλα
                   κι ολόγυρά του σφύριξε
μια μοναξιά αδιαπέραστη

γεμάτη ήχους


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

a bird twittering after storm…: → James Joyce, Giacomo Joyce, XI.



μετά την εις άδου κάθοδον → Ύμνος Αναστασιματαρίου, Εωθινόν Ι΄,
       πρβλ. Οδύσσεια, κ΄, 560:
                                    ...ψυχή δ’ Αϊδόσδε κατήλθεν


σαν ανέβηκε κλότσησε την ανεμόσκαλα...: Για την αντίστροφη κίνηση
        του μύθου βλ. Οδύσσεια, κ΄, 557-9:
                                          ...και εκλάθετο φρεσίν ήσιν
                     άψορρον καταβήναι ιών ες κλίμακα μακρήν,
                     αλλά καταντικρύ τέγεος πέσεν


μια μοναξιά αδιάτρητη γεμάτη ήχους...: Πρβλ. Paul Durcan, Greetings
to Our Friends in Brazil
, "Tinkerly
Luxemburgo":
                               If you are going to be lonely,
                               Be lonely in style.


Βασίλης Πολύζος
Γ΄ άσμα variazioni α΄ το σπιτάκι πάνω στο δέντρο και οι σημειώσεις
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης (Απόπειρα 2006)


ελπήνωρ, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου (2005)
που χρησιμοποιήθηκε στο αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

το χέρι πάνω απ' την πόλη / The Dream



το τρίτο όνειρο

Κι όμως σ’ αυτό τον ύπνο
τ’ όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα
στο βραχνά.
Γ. Σεφέρης, Θερινό ηλιοστάσι, Γ΄

Now, herald, are the dead
numb’red?
Shakespeare, King Henry the Fifth

άπλωσα το χέρι μου πάνω απ’ την πόλη
κι ανέβηκαν στήλες καπνού

ήταν η μέρα της αποδημίας
με τόσους άσους κρυμμένους στο μανίκι της
η χλεύη των παραθύρων
το δέντρο των ορνέων στη αυλή
μια αιμοδιψής λιβελούλα στα στάσιμα νερά
ως άγγελος αιχμάλωτος σε πυκνό φως

κάνει υγρασία είπε η Μυρτώ
τα μαλλιά μου έχουν σγουρύνει

και στο λιμάνι;
μόλις ξεμπάρκαραν καραβιές οι πεθαμένοι
με βήμα σπαστό στο ρυθμό της σφυρίχτρας
εν δυο εν δυο
οι φτέρνες τους σάπια μήλα
σε λίγο θα φτάσουν τα μάτια τους
σε χαρτί Α4
στην πόρτα μου
όπου καθεύδει
οικουρός όφις

είπες
αξιοθαύμαστη η εφευρετικότης του ανθρώπου
στα βασανιστήρια
τα παιδιά μας εκ κοιλίας womad
άμωμοι φλογοφάγοι
ξυλοπόδαροι
ζογκλέρ
ταυροκαθάπτες
εις ουδέν πταίσαντες
ελιθάσθησαν
επρίσθησαν
επειράσθησαν
εν φόνω μαχαίρας απέθανον

ήρθε αιφνίδια κι η καθαίρεση των πνευστών
στην κυριακάτικη εξέδρα
την ώρα που οι αμυγδαλιές επέμεναν
να παίζουν το γαμήλιο εμβατήριο
Φλεβάρη μήνα
ο στρατηγός Χειμώνας ξήλωσε
ένα ένα τα σιρίτια των μουσικών
τα κουμπιά των χιτωνίων τους
με την άκρη του ξίφους

αύριο χωρίς αναβολή
θα ξεκινήσω για το σταθμό
στο σύθαμπο
παίρνοντας μαζί μου
in memoriam
τα δόντια του πιστού μου σκύλου
και την παλιά φυσαρμόνικα hohner
τυλιγμένη σε κεροπάνι
κειμήλιο πατρογονικό
το ξύλο της φαγωμένο από το σάλιο
τριών γενεών
…………………………………….

το τρίτο όνειρο, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από το βιβλίο
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
εκδ. Εριφύλη 2006

The Dream, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2008

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

αναμνήσεις προκάτ άνοιξης, συνομιλία με τον Θεόφιλο


.....................Ζ΄
....................
........
δέος ίσχετε μηδέν όσ’ αυδώ
.....................................................τον μεν πρώτον λόγον
....................................................εποιησάμην περί πάντων,
...................................................ω Θεόφιλε

κι όμως ξέχασα να σου μιλήσω
για το περιβόλι παρά τον ποταμόν αλυσίδα
(σήμερον δεν υπάρχει το εχάλασαν)

στην πόρτα του ζωγράφισα ήμερες ροδακινιές
κι ανάμεσά τους κρέμασα μια κούνια για την Αρετούσα

ήταν άλλοι καιροί
κλεισμένοι σε χρησμούς που δεν αλήθεψαν
σε λόγια που τα πήρε η Ηχώ και τα γύρισε ανάποδα

κάθε που σήμαινε όρθρος ή εσπερινός
απ’ το Κωδωνοστάσιο της Αγίας Φωτεινής
ψιχάλιζε άχνη ασημιού στους ελαιώνες της Άνω Γατζέας

κι η θάλασσα φορώντας τα γλαυκά της με ταξίδευε
τοίχο με τοίχο ως το Τρίκερι
κι ως τη Βαρειά κι ως την Καπερναούμ
παράλιον πόλιν της Τιβεριάδος


κι απέναντί μου ίδιο γαλάζιο η Νεκρά Θάλασσα
μ’ ένα μικρό καΐκι κλειδωμένο στη σιωπή της

στην κουπαστή πέντε φιγούρες ξέμειναν
ακίνητες στο αεί
δείχνοντας ώρα δώδεκα

η όστρια έφαγε το μέσα του προσώπου τους
άφησε μόνο το περίγραμμα μιας ικεσίας
και τις τρεμουλιαστές σκιές μες στο νερό
που μόλις τις αγγίξεις με το βλέμμα χάνονται

τους ξέρω, λες, πετούσαμε μαζί
πριν κάψει ο ήλιος τα φτερά τους

τη μέρα του Ευαγγελισμού χαμογελούν ακόμη ανέμελα
στη σχολική φωτογραφία

μα έχω ξεχάσει πια τα ονόματά τους
ίσως γιατί τα ξέχασαν κι αυτοί
στο πλήρωμα του χρόνου

οι μνήμες είναι ασήκωτες
είπε ο πορθμέας στρίβοντας τσιγάρο
θα μου βούλιαζαν τη σκαμπαβία

ήταν άλλοι καιροί που ανοίγαμε το μουσαφίρ-οντά
στα χελιδόνια

και το πρωί στρώναμε χρώματα
στο αλφαβητάρι του ήλιου συλλαβίζοντας
αγιόκλημα και μέντα κι άγριο γιασεμί
και δυοσμαρίνι στα βυζιά των κοριτσιών

μέρα Απριλιού κινήσαμε
για την αντίπερα επιφάνεια των παραμυθιών
σφραγίζοντας στη μεσαυλή
τη βρύση με τ’ αθάνατο νερό

χάθηκαν τ’ αρχοντόσπιτα πάνω στο λόφο
που διαπέρασε ξιφήρης ο ήλιος μυριάκις

οι πέτρες οι πελεκητές έριξαν τις φολίδες τους
τα κεραμίδια ζάρωσαν στον αέρα
τα σπιτόφιδα πήραν το δρόμο της γουστέρας
πίσω απ’ τα σταροχώραφα

θ’ αφήσω, είπες, μόνο έναν βραδυνό φεγγίτη
για την κουκουβάγια

και για το γυρισμό θα ιστορήσω
ανέσπερα σημάδια στον ορίζοντα

κατά τη Δύση έναν μικρό ακτινωτό τροχό
κι απάνω του το χρόνο καθ’ ομοίωσιν παιδός
με δυο καρφιά στα χέρια κι άλλα δυο στα πόδια

και κατά την Ανατολή έναν μπαξέ
με χλωροφορμισμένους κατιφέδες

έμαθα τέχνες μαγικές τρίβοντας στο γουδί
φύλλα ροδιάς και κρόκο αυγού
κι απ’ τα πλοκάμια της νυχτός λουλάκι

και τώρα ξέρω να διαβάζω το ρολόι των δέντρων
και τα ανεξίτηλα όστρακα στ’ αρχεία των βράχων
και τα βότσαλα μόλις τα βρέξω σε θαλασσινό νερό

κι όταν χτυπήσω παλαμάκια τρεις φορές
ανοίγει ο ουρανός σαν άρραφος χιτώνας
από πάνω έως κάτω

μια απέραντη τοιχογραφία γραμμένη σε ειλητάριο φλογός
την ώρα του μεσημεριού

αριστερά μας άγρια μάχη εφίππων Άγγλων κατά των Ινδών
και στα δεξιά το Μέγα Εξοχικόν Καφενείον

όπου καθόμασταν κλεισμένοι στο παρόν του παρελθόντος
παίζοντας ασταμάτητα την ίδια πάντοτε παρτίδα τάβλι

σήμερα, είπες, θα κρατήσω τα Γαυγάμηλα
και πάρε εσύ τα Σούσα κι ένα μπουκέτο παπαρούνες
από τ’ ανθισμένα στήθη των νεκρών

η μόνη αλήθεια είναι τα χρώματα
που αλλάζουν με το φως
κάθε στιγμή

Βασίλης Πολύζος
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
το Ζ΄ άσμα
εκδ. Απόπειρα 2006

εικόνα:
Έργον Θεοφίλου Γ. Χ΄΄Μιχαήλ, 1932
"Βεριβόλι παρά τον ποταμόν αλισύδα, και σήμερον
δεν υπάρχει το εχάλασαν" (λεπτομέρεια)


Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

ραψωδία rap: η σιωπηλή εποποιία των γοφών και η ψόφια κίχλη



................αναμνήσεις προκάτ άνοιξης

...................Β΄
.
..............ραψωδία rap
.
...........................................unprepared young
...........................................burdened with records
.
.
τ’ άλλο πρωί το μπαστούνι μου βλάστησε
μια ολάκερη θεσσαλική θεογονία

attachment A appendix B supplement C addendum D

ήταν και τ’ απαλό αεράκι που κατέβηκε απ’ το Πήλιο
ως τις παρυφές του Barbican Center

αφήνοντας τριαντάφυλλα στις μπαλκονόπορτες
γράφοντας καλημέρα στους καθρέφτες

κι ο ήλιος στο χωράφι αμολητός
κυλιόταν μες στα γαϊδουράγκαθα
ογκανίζοντας επιθαλάμια πριαπικά

μια ραψωδία rap μπορεί ο καθένας
απó το φινιστρίνι του υπογείου ν’ ανεβάσει
σκουπίζοντας το ταγγισμένο φως με την παλάμη
θα δει τη λιτανεία των πελμάτων
θα χαρεί τη σιωπηλή εποποιία των γοφών
ίσως περάσει αργότερα κι η Julia Roberts
ευωδιάζοντας σιτρόν και άγριο γιασεμί

κι ο βαρυπάτης αστυνομικός με μάτι ξινολάχανο
ψάχνοντας στο σκουπιδοντενεκέ
θ’ αποκαλύψει μια σπασμένη barbie

κι αύριο θα μοιράζει κλήσεις
στα παιδιά του σαββατόβραδου
που μόνο αυτά διαβάζουν τις αλληγορίες των ποδηλάτων

δένοντας δυο ασημένια κλιπ σαν τα φτερά του Ερμή
πάνω απ’ τους αστραγάλους τους

φεύγουν σαΐτα με τα χέρια διάπλατα στον άνεμο
την κουπαστή στην ίσαλο γραμμή του ονείρου
ο δρόμος τρέχει προς τα πίσω ανέμελος
χρεώνοντας χιλιόμετρα στο μέλλον τους

την περασμένη Κυριακή
πάνω απ’ τη λαίμαργη αποβάθρα του Αγίου Γαβριήλ
πέταξε ένα κοπάδι angelitos negros

το πιο μικρό μόλις ξεφεύγοντας
απ’ την απόχη γηραιού φυσιοδίφη
στις ώρες της κοινοτικής συμπόνιας έρχονται
ν’ αράξουν στα σκαλιά του Δημαρχείου

στην είσοδο του πάρκου
στις στροφές των ποιημάτων
κάτω από τις αψίδες των θριάμβων
θα σημάνει προσκλητήριο

ich heisse areti ich heisse moustafa
ich heisse gloria ich heisse yiannis
τα βράδυα ντύνονται παλιές εφημερίδες
φορούν κατάσαρκα ξεθυμασμένα ρεπορτάζ
που ίσως αύριο πάλι ν’ αφορμίσουν

έναν ή δύο hobos εύκολο ν’ αγιογραφήσεις
μα πιο πολλοί πληγώνουν την ισορροπία
του τοπίου

τα μάτια τους στρεβλοί κοχλίες βίδες
που τρυπούν το κάδρο η γλώσσα τους
κάλαμος γραμματέως οξυγράφου

τα χέρια τους τσιγκέλια όπου κρέμασαν σφαγμένα blues
προσέχοντας μη στάξει κρύο σμάλτο στο παρκέ

κάποια στιγμή μας ξάφνιασε ο κάμερα μαν φωνάζοντας
...............................bingo!
για δυο μικρά παιδιά
που γυρισμένα προς τον τοίχο της ακαδημίας
κατουρούσαν αίμα
.
την ώρα ακριβως που ανέβηκε στο βήμα ο Ποιητής
για να εκφωνήσει
τον επιούσιο άρτο των νεκρών
.
βγάζοντας απ’ την τσέπη του γιλέκου του
μια ψόφια κίχλη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

unprepared young… → Ezra Pound, σχεδίασμα Canto CXVI.
το μπαστούνι μου βλάστησε...: Πρβλ. Ιωσήφ υμνογράφου (840 – 883),
Κανών του Ακαθίστου Ύμνου, Ωδή ζ΄:
................................η ράβδος η μυστική
................................άνθος το αμάραντον η εξανθήσασα


Barbican Center: London revisited.

αποβάθρα του Αγίου Γαβριήλ...: Gabriel’s Wharf, νότια όχθη του Τάμεση,
London Dickensian

angelitos negros → Amália Rodrigues, αντιπαράβαλε: Γ. Σεφέρης, Ημερολόγιο
Καταστρώματος, Α΄
/ Balzac, Louis Lambert: Les anges sont blancs.

κάλαμος γραμματέως οξυγράφου → Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος (θ. 1840),
Πολυέλεος «Λόγον Αγαθόν» → Δαβίδ, Ψαλμός με΄, 2:
.............................Η γλώσσα μου κάλαμος γραμματέως οξυγράφου...


Βασίλης Πολύζος
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης (Απόπειρα 2006)
β΄ άσμα ραψωδία rap και οι σημειώσεις

the silent epic of hips,
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2007