Τότες ήρθε ο
καλόγερος· σκουφί, κοντόρασο, πέτσινη ζώνη,
κι έπιασε να
πλουμίζει την κολόκα.
Άρχισε απ’ το
λαιμό: φοινικιές, λέπια, και δαχτυλίδια.
Έπειτα, κρατώντας
στην πλατιά παλάμη τη στρογγυλή κοιλιά,
έβαλε τον
παραυλακιστή, τον παραζυγιαστή, τον παραμυλωνά, και τον κατάλαλο·
έβαλε την
αποστρέφουσα τα νήπια και την αποκαλόγρια· *
και στην άκρη,
σχεδόν απόκρυφο, τ’ ακοίμητο σκουλήκι.
Ήταν ωραία όλ’
αυτά, μια περιδιάβαση.
Όμως το ξύλινο
μαγκανοπήγαδο—τ’ αλακάτιν,
κοιμισμένο στον
ίσκιο της καρυδιάς
μισό στο χώμα και
μισό μέσα στο νερό,
γιατί δοκίμασες να
το ξυπνήσεις;
Είδες πώς βόγκηξε.
Κι εκείνη την κραυγή
βγαλμένη απ’ τα παλιά
νεύρα του ξύλου
γιατί την είπες
φωνή πατρίδας;
* «Παραστάσεις κολασμένων σε βυζαντινές τοιχογραφίες»
σημείωση του Γιώργου Σεφέρη για τους στίχους 13-14
Σημείωση δική μου
παρόμοιες
παραστάσεις "κολασμένων" βλέπουμε
και στην τοιχογραφία της "Δευτέρας Παρουσίας" του Θεοφάνη
στον Άι-Νικόλα τον Αναπαυσά στα Μετέωρα
(δείτε το έργο αυτό στο ντοκιμαντέρ
ΘΕΟΦΑΝΗΣ ο ΚΡΗΣ
που ανέβασα προχτές εδώ). Β.Π. 2942016
Capitis
Diminutio Maxima στην AngelaCarterinmemoriam ας
μην τα ρίχνουμε όλα στο φεγγάρι
κάποτε φυσάει άνεμος των τρελών
αποβροχάρης (ως ελέχθη)
και τότε ανοίγουν οι πυλώνες
στις παλαιές ξυλογραφίες
κι οι άγγελοι στις τέσσερεις γωνιές
σαλπίζουν ανεπιστρεπτί
το σιωπητήριο του φωτός
σ’ αυτό το δρόμο
το χαρτί είναι ψυχρό σα χιόνι
ξεχασμένο στη σιωπή του
μάταια προσπαθούμε να διαβάσουμε
τα κλειστά παντζούρια
τις ταμπέλες των μαγαζιών
με τα μισά τους γράμματα σβησμένα
τα προσωπεία στους τοίχους
άδεια από γέλιο ΄
ένα χέρι τεντωμένο στο γιατί
κάπου ακούγεται ένα βιολί
σκεπασμένο μ’ αγριόχορτα
Χάθηκα μέσα στην πολιτεία.
Τα περιβόλια τα σκεπάζει το νοσοκομείο του Δον
Χουάν Ταβέρα.
Δρόμοι τυλίγοντας διαφημίσεις.
Κάθε άνθρωπος περπατά χωρίς να ξέρει
αν άρχισε ή αν τέλειωσε
αν πηγαίνει στη μητέρα του στην κόρη του ή στην
ερωμένη του
αν θα δικάσει ή αν θα δικαστεί
αν θ’ αποδράσει, αν έχει διαφύγει˙
δεν ξέρει.
Κάθε γωνιά κι ένα κατάστημα γραμμοφώνων
κάθε κατάστημα κι εκατό γραμμόφωνα
κάθε κατάστημα κι εκατό δίσκοι
και σε κάθε δίσκο
ένας ζωντανός παίζει μ’ έναν πεθαμένο.
Πάρε τη χαλύβδινη βελόνα και ξεχώρισέ τους
αν μπορείς.
Μα ποιος ποιητής˙ θυμάσαι ποιος ποιητής
δοκίμασε τη χλύβδινη βελόνα
στις ραφές τ’ ανθρώπινου κρανίου;
Θυμάσαι το τραγούδι του το βράδυ εκείνο;
Θυμάσαι που μας ζήτησε νιαν ασπιρίνη
τα μάτια του έπαιζαν μέσα σε μαύρους κρίκους
ήταν χλωμός και δυο βαθιές ρυτίδες
τυλίγανε το μέτωπό του. Μήπως όμως
ήσουν εσύ; Μήπως εγώ; Ή μήπως ήταν
η αμίλητη Αντιγόνη με τους ώμους
τους λυγισμένους πάνω από το στήθος;
Την κράτησα κοντά μου δέκα νύχτες
έκλαιγε κάθε αυγή για το παιδί της.
Θυμάμαι γύρευα ένα φαρμακείο.
Όλα κλειστά. Για ποιον ήταν δεν ξέρω.
Χάθηκα μέσα στην πολιτεία
κανείς δε θα μετακινήσει το νοσοκομείο
γεμάτο ανάπηρα παιδιά που γνέφουν
σ’ εμένα ή σ’ άλλους που μ’ ακολουθάνε.
Οσμές φαρμάκων μέσα στον αγέρα
βαραίνουν ερωτεύονται και σμίγουν
αχνούς από αυτοκίνητα που φεύγουν
στην εξοχή μ’ ολόξανθα ζευγάρια
προραφαηλιτικά λιγάκι εξατμισμένα.
Την άνοιξη του ’23 στο λουτρό της
πέθανε η Λίβια Ρίμινι τ’ αστέρι˙
τη βρήκανε μέσα στ’ αρώματα νεκρή
και το νερό δεν είχε ακόμη κρυώσει.
Ωστόσο χτες στον κινηματογράφο
με κοίταζε με τ’ άχρηστά της μάτια.
κάποτε φυσάει άνεμος των τρελών
αποβροχάρης (ως ελέχθη)
και τότε ανοίγουν οι πυλώνες
στις παλαιές ξυλογραφίες
κι οι άγγελοι στις τέσσερις γωνιές
σαλπίζουν ανεπιστρεπτί
το σιωπητήριο του φωτός
σ’ αυτό το δρόμο
το χαρτί είναι ψυχρό σα χιόνι
ξεχασμένο στη σιωπή του
μάταια προσπαθούμε να διαβάσουμε
τα κλειστά παντζούρια
τις ταμπέλες των μαγαζιών
με τα μισά τους γράμματα σβησμένα
τα προσωπεία στους τοίχους
άδεια από γέλιο ΄
ένα χέρι τεντωμένο στο γιατί
κάπου ακούγεται ένα βιολί
σκεπασμένο μ’ αγριόχορτα
θα περάσει λοιπόν ο ζητιάνος
που φόραγε γυαλιά συρμάτινα
κρατώντας ένα βιβλίο
με αποφόρια ποιημάτων
T.S. ELIOT / Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ Η ταφή του νεκρού, απόσπασμα (από τη μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη)
Διαβάζει ο Βασίλης Πολύζος
………………………………………………………………………
What are the roots that clutch, what branches grow
Out of this stony rubbish? Son of man,
You cannot say, or guess, for you know only
A heap of broken images, where the sun beats,
And the dead tree gives no shelter, the cricket no relief,
And the dry stone no sound of water. Only
There is shadow under this red rock,
(Come in under the shadow of this red rock),
And I will show you something different from either
Your shadow at morning striding behind you
Or your shadow at evening rising to meet you;
I will show you fear in a handful of dust.
vortograph του Βασίλη Πολύζου
Τί ουν δοκεί υμίν;
Μπορώ να ξοδέψω μια μέρα (έστω)
χωρίς να πληρώσω την τιμή της;
Ώρες αμέτρητες συζήτησα
με πλατάνια τρισχιλιετή
κι απάντηση σαφή δεν έλαβα.
Βάδισα χέρι-χέρι με τα ρυάκια του Πηλίου.
Εις μάτην.
Ο ψίθυρός τους άδηλος χρησμός.
Σήμερα πρωτομηνιά
έβγαλα τους γλάρους απ’ τη ναφθαλίνη
στήριξα με λουλάκι τη χάρτινη θάλασσα.
Και ποιό το κέρδος;
Οι ρητορείες του ήλιου στο μπαλκόνι;
Τα πέρα-δώθε της μυρμηγκοφωλιάς;
Οι ασέλγειες της άνοιξης στο πάτωμα;
Το ομαδικό χαμόγελο των γιαπωνέζων στο ασανσέρ;
Ιδού εγώ λοιπόν.
Απεμπόλησα τη μάνα κουράγιο
το χρηματιστή και τον εκφωνητή ειδήσεων.
Προσυπέγραψα τη σπηλιά των παραμυθιών.
And the puppet factory.
Τί ουν δοκεί υμίν;
Αξίζει να θυσιάσεις την ψυχή ενός τριαντάφυλλου
υπέρ του λαού;
λόγος κατηχητικός λόγος
παρελθών και λόγος μέλλων
ορίζουν το παράλογο παρόν
οι άνθρωποι που ξέραμε
οι φίλοι γύρω από μια φωτιά
τι έγιναν;
λέξεις κομμένες στα δύο;
νευρική βροχή εγχόρδων;
καμπάνες μικροσκοπικές
με ασημένιο γέλιο;
ο δρόμος έφυγε δια ξηράς
άφησε πάντως λάσπη αρκετή
για τα πέταλα των αλόγων
μαζί πήραν των ομματιών τους
οι τρεις θείες γνωστού μας ποιητή
τα ονόματά τους ως συνήθως
Ευτέρπη Ευφροσύνη Ευάδνη
ίσως και κάποια άλλα σ’ άλλον τόμο
πάντως ήταν γνωστές στους παροικούντες
για τα παρθενικά φιογκάκια τους
για τις πρώιμες πασχαλιές τους
για τον εσπερινό αυνανισμό τους
και τώρα ταξιδεύουν προς δυσμάς
ανήμερα Ελπίδος Πίστεως κι Αγάπης
με άμαξα μουσείου τύπου Βικτωρίας
έμεινε λοιπόν ο κήπος έρημος
χωρίς ελληνικούς υάκινθους
τα σύνεργα της μαγικής παρατημένα
αν πέσει ό μη γένοιτο βαρύς χειμώνας
ναι μεν θα φουσκώσουν τα πηγάδια μας
όμως θα κάψουμε τα τελευταία βιβλία μας
θα κάψουμε τους διαλογισμούς μας
θα κάψουμε τα εις εμαυτόν τα deprofundis μας
που περιφέραμε από δωμάτιο σε δωμάτιο
θα κάψουμε εν ανάγκη
και το μικρό παιδί του γείτονα
που το χαϊδεύαμε με πατρική στοργή
στις εορτές των νηστειών
ΒΑΣΙΛΗΣ
ΠΟΛΥΖΟΣ λόγος κατηχητικός
από τα 12+1 μοναχικά ποιήματα ΕΡΙΦΥΛΗ 2005
video
Ο Βασίλης Πολύζος
διαβάζει το ποίημα λόγος κατηχητικός
φωτογραφία φίλοι γύρω από μια φωτιά η Γεωργία
Δαλδάκη
ο Αντώνης Ρουπακιώτης
ο Βασίλης Πολύζος
ο Βασίλης Λαλιώτης στη Στοά του Βιβλίου
Δεκέμβρης 2001