Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Ποίηση που διάλεξα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Ποίηση που διάλεξα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Bertolt Brecht, Wer aber ist die Partei? / Μα ποιος είναι το Κόμμα;




Bertolt Brecht
Μα ποιος είναι το Κόμμα;
Απόδοση από τα γερμανικά: Βασίλης Πολύζος

Μα ποιος είναι το Κόμμα;
Μένει σ’ ένα σπίτι με τηλέφωνα;
Κρατάει τις σκέψεις του κρυφές, τις αποφάσεις του άγνωστες;
Ποιος είναι;
Είμαστε εμείς.
Εσύ κι εγώ κι εσείς –είμαστε όλοι εμείς.
Βρίσκεται μέσα στο δικό σου το κοστούμι, Σύντροφε, μες στο δικό σου το κεφάλι σκέφτεται.
Εκεί που μένω εγώ, είναι το σπίτι του, κι εκεί που σε χτυπάν, εκεί αγωνίζεται.

Το δρόμο δείξε μας που πρέπει να βαδίσουμε κι εμείς
Σ’ αυτόν θα πορευτούμε όπως κι εσύ, όμως
Στο δρόμο το σωστό χωρίς εμάς μην πας
Χωρίς εμάς ο δρόμος είναι
Ο πιο λαθεμένος.
Μην ξεμακραίνεις από μας!
Εμείς μπορεί να σφάλλουμε και να ’χεις δίκιο εσύ, λοιπόν
Μην ξεμακραίνεις από μας.
Πως είναι πιο καλός ο σύντομος ο δρόμος από τον μακρύ, κανένας δεν τ’ αρνιέται
Μα αν κάποιος τον γνωρίζει
Και δεν μπορεί να μας τον δείξει, αυτή η σοφία του σε τι μας ωφελεί;
Σοφός να είσαι δίπλα μας!
Μην ξεμακραίνεις από μας!

Απόδοση από τα γερμανικά: Βασίλης Πολύζος
21 του Σεπτέμβρη, 2015

 
Bertolt Brecht
Wer aber ist die Partei?
(από το θεατρικό έργο Die Mutter)

Wer aber ist die Partei?
Sitzt sie in einem Haus mit Telefonen?
Sind ihre Gedanken geheim, ihre Entschlüsse unbekannt?
Wer ist sie?
Wir sind sie.
Du und ich und ihr – wir alle.
In deinem Anzug steckt sie, Genosse, und denkt in deinem Kopf.
Wo ich wohne, ist ihr Haus, und wo du angegriffen wirst, da kämpft sie.

Zeige uns den Weg, den wir gehen sollen und wir
Werden ihn gehen wie du, aber
Gehe nicht ohne uns den richtigen Weg
Ohne uns ist er
Der falscheste
Trenne dich nicht von uns!
Wir können irren, und du kannst recht haben, also
Trenne dich nicht von uns.
Dass der kurze Weg besser ist als der lange, das leugnet keiner
Aber wenn ihn einer weiss
Und vermag ihn uns nicht zu zeigen, was nützt uns seine Weisheit?
Sei bei uns weise!
Trenne dich nicht von uns!


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Η Μάνα του Ντάντε





Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ DANTE
(κατά την άποψή μου, το πιο γνήσια κινηματογραφικό "ιταλικό"
ποίημα του Άγγελου Σικελιανού, που μόνο η κάμερα ενός
Βισκόντι ή ενός Φελίνι θα μπορούσε επάξια να τιμήσει Β.Π.)


" Η Φλωρεντία σα ν’ άδειασε, της φάνη μες στον ύπνο της,
το χάραμα ως αρχίζει,
κι από τις φιλενάδες της μακριά τους δρόμους μοναχή
να σιγοσεργιανίζει...

Το νυφικό της φόρεμα φορώντας το μεταξωτό,
τα πέπλα τα κρινάτα,
τα σταυροδρόμια γύριζε, και στ' όνειρο της φάνταζε
καινούρια η κάθε στράτα...

Κι από τους λόφους πόλουζεν αχνό ανοιξιάτικο αυγινό,

σα μακρινά μελίσσια
αργόηχα τα καμπαναριά ξεψυχισμένα αχούσανε
βαθιά στα ερημοκλήσια...

Και ξάφνου, σά να βρέθηκε σε περιβόλι ανάμεσα,
μέσα στον άσπρο αέρα,
ντυμένο στα νυφιάτικα, με νεραντζιές και με μηλιές
γεμάτο πέρα ως πέρα...

Κι όπως τη σέρναν οι ευωδιές, ένα ψηλό δαφνόδεντρο
της φάνη να ζυγώνει,
που στην κορφή του ανέβαινε, σκαλί πηδώντας το σκαλί
απάνου, ένα παγόνι΄

κ’ εκείνο λύγαε το λαιμό στο 'να και στ' άλλο το κλαδί
δαφνόκουκα γεμάτο,
κ' ένα έτρωγε, ένα το ’παιρνε κι από τον κλώνο το ’ριχνε
γοργό στο χώμα κάτω...

Την κεντημένη της ποδιάν εσήκωσεν αθέλητα
στον ίσκιο, μαγεμένη,
και να, σε λίγο εβάραινεν απ' τα σγουρά δαφνόκουκα
μπροστά της φορτωμένη."

Απ' της αυγής τον κάματο έτσι αναπαύτη μια στιγμή
μές σε δροσάτο νέφος-
και γύρα οι φιλενάδες της απ' το κρεβάτι επρόσμεναν
για να δεχτούν το βρέφος!...


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Η Μάνα του Ντάντε
Λυρικός Bίος, Τόμος Α΄
Εκδ. ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (αριθμημένη)
1946

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Διαβάζοντας Κώστα Καρυωτάκη / Ωχρά Σπειροχαίτη






ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Ωχρά Σπειροχαίτη

Ηταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά
βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλη
που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,
ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη...
Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση
επιμονή, που ανοίξαμε για να 'μπει σαν κυρία
η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.
Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.
Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
το ένστικτο ν' αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.
Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,
Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,
ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία
-- ω, κωμωδία! -- το θάμπωμα, τ' όνειρο, την άχλυ.
...Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.

Κώστας Καρυωτάκης
Ωχρά Σπειροχαίτη
Ελεγεία και Σάτιρες

VIDEO
ο Βασίλης Πολύζος
διαβάζει το ποίημα


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ / Διαβάζοντας Γιώργο Σεφέρη




video
ο Βασίλης Πολύζος
διαβάζει το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη
ΤΡΙΤΗ
από το ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ
(Σημειώσεις για μιά «Εβδομάδα»)


Γιώργος Σεφέρης
ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ
Σημειώσεις για μιά «Εβδομάδα»
ΤΡΙΤΗ
I went down to St James Infirmary 
                        (BLUES)

Χάθηκα μέσα στην πολιτεία.
Τα περιβόλια τα σκεπάζει το νοσοκομείο του Δον
        Χουάν Ταβέρα.
Δρόμοι τυλίγοντας διαφημίσεις.
Κάθε άνθρωπος περπατά χωρίς να ξέρει
αν άρχισε ή αν τέλειωσε
αν πηγαίνει στη μητέρα του στην κόρη του ή στην
      ερωμένη του
αν θα δικάσει ή αν θα δικαστεί
αν θ’ αποδράσει, αν έχει διαφύγει˙
δεν ξέρει.
Κάθε γωνιά κι ένα κατάστημα γραμμοφώνων
κάθε κατάστημα κι εκατό γραμμόφωνα
κάθε κατάστημα κι εκατό δίσκοι
και σε κάθε δίσκο
ένας ζωντανός παίζει μ’ έναν πεθαμένο.
Πάρε τη χαλύβδινη βελόνα και ξεχώρισέ τους
αν μπορείς.

Μα ποιος ποιητής˙ θυμάσαι ποιος ποιητής
δοκίμασε τη χλύβδινη βελόνα
στις ραφές τ’ ανθρώπινου κρανίου;
Θυμάσαι το τραγούδι του το βράδυ εκείνο;
Θυμάσαι που μας ζήτησε νιαν ασπιρίνη
τα μάτια του έπαιζαν μέσα σε μαύρους κρίκους
ήταν χλωμός και δυο βαθιές ρυτίδες
τυλίγανε το μέτωπό του. Μήπως όμως
ήσουν εσύ; Μήπως εγώ;  Ή μήπως ήταν
η αμίλητη Αντιγόνη με τους ώμους
τους λυγισμένους πάνω από το στήθος;
Την κράτησα κοντά μου δέκα νύχτες
έκλαιγε κάθε αυγή για το παιδί της.
Θυμάμαι γύρευα ένα φαρμακείο.
Όλα κλειστά. Για ποιον ήταν δεν ξέρω.

Χάθηκα μέσα στην πολιτεία
κανείς δε θα μετακινήσει το νοσοκομείο
γεμάτο ανάπηρα παιδιά που γνέφουν
σ’ εμένα ή σ’ άλλους που μ’ ακολουθάνε.
Οσμές φαρμάκων μέσα στον αγέρα
βαραίνουν ερωτεύονται και σμίγουν
αχνούς από αυτοκίνητα που φεύγουν
στην εξοχή μ’ ολόξανθα ζευγάρια
προραφαηλιτικά λιγάκι εξατμισμένα.

Την άνοιξη του ’23 στο λουτρό της
πέθανε η Λίβια Ρίμινι τ’ αστέρι˙
τη βρήκανε μέσα στ’ αρώματα νεκρή
και το νερό δεν είχε ακόμη κρυώσει.
Ωστόσο χτες στον κινηματογράφο
με κοίταζε με τ’ άχρηστά της μάτια.



Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Κώστας Κρεμμύδας, Σαντιγκάρ / δύο ποιήματα




Κώστας Κρεμμύδας

Σ
ΑΝΤΙΓΚΑΡ

Νεόδμητη μητρόπολις των ελεεινών
που πλέουν στα πολλά και τα τρεχούμενα
αζήτητα σκληρά ταξίδια επιστροφής και αζιμούθια
μετρώντας με τις μοίρες την απόσταση των άστρων
τζογάροντας τόσα λεφτά στο θάνατο της ειμαρμένης
Δύο σειρές και πάλι έναστρο το δαχτυλίδι της θλίψης
στα δάχτυλα των Νιμπελούγκεν φορεμένο
Κι ο Βάγκνερ σε υπόστεγο αστέγων

Ασύμμετρες οι εκβολές σε Ρώμη, Βερολίνο και Μαδρίτη
συλλαλητήρια σε πορνεία ιδιολέκτου που στέγασαν
ιερείς κι αριστερόχειρες δρομείς μιας οικουμένης
ανήμπορης να ιστορήσει σε νεκρούς τ’ απόβλητα αιώνιας πλήξης
Απρόβλεπτοι κι εμείς έξω από πύλες τις κοκκινόμαυρες
υψώνουμε και κλαίμε εκλιπαρώντας διαρκή συμπόνια των κοράκων
Νέες στρατιές στα κάτεργα ανέργων

Προέχει η ασφάλεια των κάστρων
Στο άγρυπνο μάτι μιας εξουσίας οχυρωμένοι
ας κλείσουμε για πάντα τ’ όνειρό μας ενωμένοι
στον κίνδυνο μιας διαρκούς αφλογιστίας των οστράκων

Τη θλιψη μας ας ζήσουμε προσωρινά ταμπουρωμένοι
Μέχρι την άνοιξη που ασφυκτιά να περιμένει


ΣΧΕΔΙΟ;

Η ανεμότρατα μοναξιά έσχιζε με ορμή
το ασφυκτικό πέλαγος της αυγουστιάτικης μέρας
χελώνες και άλλα οστρακοειδή
παρελαύνουν στις τηλεοράσεις
με οδηγίες χρήσιμες για αλιείς και νεκροθάφτες
αθεράπευτα νάρκισσοι και νεκρωμένοι
εγκαινιάζουμε πολίτες μιας χρήσης
που μετά το πέρας της τελετής
θα ανακυκλωθούν σε ειδικούς κάδους τροφίμων
ο Πρωθυπουργός παρών στα καθημερινά του
φιλοξενεί με τους υπόλοιπους της πλατείας
τη γενικευμένη θλίψη του για τους νεκρούς ορίζοντες
ο ιδρώτας καλύπτει τα χλομά μετατάρσια της φιλαρμονικής
το τρομπόνι βουβό εκτοξεύει αμίαντο και γυψοσανίδες
στο απέναντι χαράκωμα τρεις πάνοπλοι νέοι χαμογελούν
οι γέροι όπως πάντα λουφάζουν στα σκεπάσματα των συνειδήσεων
πόλεμος αστραπή επίθεση
τρεις λέξεις καθαρές σαν τους λευκούς επιδέσμους της απολύμανσης
που περιμένουν να βυθιστούν και πάλι στο αίμα
Η θάλασσα ματαιώνει ακόμα τις καρδιές μας
Αντίσταση δεν υφίσταται στο παρελθόν
όταν το μέλλον εξαφανίζεται
ασυγκίνητο μπρος στα λευκά κολάρα της εξουσίας
Θάνατος στους θανάσιμους εχθρούς του κόσμου μας
Και αύριο και πάντοτε έρημοι
Δεν λένε να χαθούν στο λήθαργο
μέρα και νύχτα τα κατορθώματά μας
Ο εμπρησμός και η άλωση δεν απαιτούν ληξιαρχικές πράξεις
Ακόμα και η προϋπηρεσία στην κόλαση μπορεί ν’ αποδειχτεί περιττή


ΣΑΝΤΙΓΚΑΡ
ΣΧΕΔΙΟ;

Δυο ποιήματα
από την ποιητική συλλογή Σαντιγκάρ
του Κώστα Κρεμμύδα
εκδ. ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ 2013

εικόνα
αστικά μεταμεσονύκτια κατάλοιπα

εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
2013
(ο τίτλος οφείλεται σε ποίημα της συλλογής)

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Dylan Thomas reading Dylan Thomas, And Death Shall Have No Dominion






Dylan Thomas
And Death Shall Have No Dominion
And death shall have no dominion.
Dead men naked they shall be one
With the man in the wind and the west moon;
When their bones are picked clean and the clean bones gone,
They shall have stars at elbow and foot;
Though they go mad they shall be sane,
Though they sink through the sea they shall rise again;
Though lovers be lost love shall not;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
Under the windings of the sea
They lying long shall not die windily;
Twisting on racks when sinews give way,
Strapped to a wheel, yet they shall not break;
Faith in their hands shall snap in two,
And the unicorn evils run them through;
Split all ends up they shan't crack;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
No more may gulls cry at their ears
Or waves break loud on the seashores;
Where blew a flower may a flower no more
Lift its head to the blows of the rain;
Though they be mad and dead as nails,
Heads of the characters hammer through daisies;
Break in the sun till the sun breaks down,
And death shall have no dominion.

Dylan Thomas
reading his poem
And Death Shall Have No Dominion

εικόνα:
Dylan Thomas (1914-1953)

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Δυο ρομαντικά ταξίδια του John Keats στο θάνατο






Γιάννης Κητς



του Άγγελου Σικελιανού

                                     
                                "Κλώνος του Απόλλωνα το χέρι

                                              πλατάνου κλώνος λείος και τροφαντός,
                                  απλωμένος επάνω σας να φέρει
                                         την αμβροσία, γαλήνη του παντός."


Στης Πύλου τον πλατύ γιαλό το φωτεινό, στοχάζομουν
να φτάνεις συντροφιά μου,
με το καράβι τ' αψηλό του Μέντορα, αραγμένο αργά
στην αγκαλιά της άμμου.

Δεμένοι με των έφηβων, που πέτονται με τους θεούς,
φτερουγιαστή φιλία,
προς τα θρονιά να βαίναμε τα πέτρινα, οπού ο καιρός
κι' ο λαός εκάμαν λεία,

τον άντρα ν' αντικρύσουμε, που και στην τρίτη γενεάν
ατάραχα εκυβέρνα,
και για ταξίδια ο λόγος του και γι' άγιες γνώμες μέστωνε
στα φρένα, όσον εγέρνα.

Στης τριέτικης προς τους θεούς δαμάλας να βρεθούμε, αυγή,
και τη θυσία παρέκει,
ν' ακούσουμε τη μια κραυγή που σύρανε οι τρεις κόρες του
σα βούισε το πελέκι,

την αργογύριστη ματιά, τη μαυροτσίνορη, άξαφνα
στα σκότη πνίγοντάς τη,
με των κεράτων άνεργο το μισοφέγγαρο το αχνό,
περίχρυσο που επλάστη.

Τ' απάρθενό σου το λουτρό σαν αδερφή τον αδερφό
η αγάπη μου λογιάστη,
σύντας γυμνό θα σ' έλουζε και μ' όμορφο θα σ' έντυνε
χιτώνα η Πολυκάστη.

Να σε ξυπνώ, στοχάζομουν, με το ποδάρι σπρώχνοντας,
σύντας αυγή χαράξει,
την ώρα να μη χάνομε, ζεμένον αφού προσδοκάει
το φωτεινόν αμάξι'

κι' ολημερίς με τη σιωπήν ή με το λόγο τον απλόν,
οπού έρχεται και πάει,
να κυβερνάμε τ' άλογα, οπού όλο σειούνε το ζυγό
στόνα και στ' άλλο πλάι.

Μα πιότερο εστοχάζομουν, σύντας τα μάτια σου τα δυο,
που τάχες σαν αλάφι,
στου Μενελάου τα δώματα θ' αποξεχνιώνταν στο χαλκό
και στο λαμπρό χρυσάφι

και θα τηράγανε άσειστα, βυθίζοντας τα σε βυθόν
αγύριστο στη μνήμη,
τα κεχριμπάρια τα βαριά, το φλώρο ή τ' άσπρο φίλντισι,
το ιστορισμένο ασήμι.

Στοχάζομουν, σα σκύβοντας στ' αυτί θα σούλεγα μ' αργή
φωνή χαμηλωμένη:
"Κράτει τα μάτια σου, ω καλέ, γιατί σε λίγο θα φανεί
στα μάτια μας η Ελένη,

αγνάντια μας θα να φανεί του Κύκνου η κόρη η μοναχή,
σε λίγο, εδώ μπροστά μας,
και τότε πια βυθίζουμε στον ποταμό της Λησμονιάς
τα βλέφαρά μας".

Έτσι μου ανάφαινες λαμπρός, όμως ποιοι μ' έφεραν σε σε
χορταριασμένοι δρόμοι!
Τα πύρινα εκατόφυλλα που σόστρωσα στον τάφο σου,
κι' ανθεί για σένα η Ρώμη,

μου δείχτουνε τα ολόχρυσα τραγούδια σου, σαν τα κορμιά
που αδρά κι' αρματωμένα
σε τάφο αρχαίο πρωτάνοιχτο κυττάς τα ακέρια κι' ως κυττάς
βουλιάζουνε χαμένα -

κι' όλο τον άξιο θησαυρό το Μυκηναίο, που λόγιαζα
να πίθωνα μπροστά σου,
τα κύπελλα και τα σπαθιά και τα πλατιά διαδήματα -
και στη νεκρή ομορφιά σου

μια προσωπίδα ωσάν αυτή που σκέπασε των Αχαιών
το βασιλιά αποκάτου,
ολόχρυση και ολότεχνη, πελεκητή με το σφυρί
στο αχνάρι του θανάτου!


εικόνα
ο τάφος του John Keats στη Ρώμη

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

1. Ετυμολογικά: Της Καγκελαρίου το κάγκελο 2. Bertolt Brecht: Deutschland / Ach, des Armen Morgenstund




          1

Ετυμολογικά

Καγκελάριος < λατιν. cancellarius < cancellum  «κάγκελο».
Δες σχετικά:
Λήμμα «καγκελάριος»:
ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
          ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 7η ανατύπωση, Μάιος 2007, σελ. 626.
Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, ΚΕΝΤΡΟ
          ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ 1998, σελ. 801-802.
Λήμμα
«Kanzler» (Γερμ.):
WAHRIG, DEUTSCHES WÖRTERBUCH, BERTELSMANN, LEXICON
          INSTITUT 2000, 
σελ. 712.
Λήμμα «chancellor» (Αγγλ.):
THE OXFORD DICTIONARY AND THESAURUS, OXFORD UNIVERSITY
          PRESS 1997, 
σελ. 235.
                   

                 2

Bertolt Brecht
Deutschland


                Mögen andere von ihrer Schande sprechen,
                ich spreche von der meinen.

O Deutschland, bleiche Mutter!
Wie sitzest du besudelt
Unter den Völkertn.
Unter den Befleckten
Fällst du auf.

Von deinen Söhnen der ärmste
Liegt erschlagen.
Als sein Hunger groß war
Haben deine anderen Söhne
Die Hand gegen ihn erhoben.
Das ist ruchbar geworden.

mit ihren so erhobenen Händen
Erhoben gegn ihren Bruder
Gehen sie jetzt frech vor dir herum
Und lachen in dein Gesicht.
Das weiß man.

In deinem Hause
Wird laut gebrüllt, was Lüge ist.
Aber die Wahrheit
Muß schweigen.
Ist es so?

Warum preisen dich ringsum die Unterdrücker, aber
Die Unterdrückten beschuldigen dich?
Die Ausgebeuteten
Zeigen mit Fingern auf dich, aber
Die Ausbeuter loben das System
Das in deinem Hause ersonnen wurde!

Und dabei sehen dich alle
Den Zipfe deines Rockes verbergen, der blutig ist
Vom Blut deines
Besten Sohnes.

Hörend die Reden, die aus deinem Hause dringen, lacht man.
Aber wer dich sieht, der greift nach dem Messer
Wie beim Anblick einer Räuberin.

O Deutschland, bleiche Mutter!
Wie haben deine Söhne dich zugerichtet
Daß du unter den Völkern sitzest
Ein Gespött oder eine Furcht!
                                                      1933


BERTOLT BRECHT, Deutschland
Απόδοση στα Ελληνικά:
Νάντια Βαλαβάνη

ΓΕΡΜΑΝΙΑ


           Ας μιλήσουν άλλοι αν το επιθυμούν για τη ντροπή τους,
           Εγώ μιλώ για τη δικιά μου.

Ω Γεμανία, χλωμή μητέρα!
Πώς μολυσμένη κάθεσαι
Στους λαούς αναμεσό.
Ανάμεσα στους λεκιασμένους
Ξεχωρίζεις.

Ο πιο φτωχός από τους γιούς σου
Κείτεται χτυπημένος.
Όταν η πείνα του ήτανε μεγάλη
Οι άλλοι γιοί σου
Σηκώσανε το χέρι ενάντιά του.
Αυτό διαδόθηκε.

Με τα χέρια τους έτσι σηκωμένα
Σηκωμένα ενάντια στον αδερφό τους
Σε περιτριγυρίζουνε όλο αναίδεια τώρα
Και μες στα μούτρα σου γελάνε.
Αυτό το ξέρουμε.

Μέσα στο σπίτι σου
Αυτό που ψέμα είναι δυνατά το ουρλιάζουν.
Μα η αλήθεια
Πρέπει να σιωπήσει.
Έτσι είναι;

Γιατί σ’ εγκωμιάζουνε από ολόγυρα οι καταπιεστές, ενώ
Οι καταπιεσμένοι ένοχη σε κηρύσσουν;
Οι εκμεταλλευόμενοι
Σε δείχνουν με το δάχτυλο, μα
Οι εκμεταλλευτές παινεύουνε το σύστημα
Που εφευρέθηκε στο σπίτι σου!

Και την ίδια ώρα όλοι σε βλέπουν
Να κρύβεις τον ποδόγυρο της φούστας σου, που
                             ματωμένος είναι
Απ’ το αίμα του
Καλύτερού σου γιού.

Όποιος ακούει τους λόγους που αντηχούν στο σπίτι σου,
                               βάζει τα γέλια
Μα όποιος σε δει, αρπάζει το μαχαίρι
Όπως θα ’κανε στην εμφάνιση μιας λησταρχίνας.

Ω Γερμανία, χλωμή μητέρα!
Πώς καταφέρανε οι γιοι σου να σε κάνουνε έτσι
Που στους λαούς αναμεσό να κάθεσαι
Σαν κοροϊδία ή τρόμος!
                                                      
1933

BERTOLT BRECHT
Ach, des Armen Morgenstund


Ach, des Armen Morgenstund
Hat für den Reichen Gold im Mund.
Eines hätt ich fast vergessen:
Auch wer arbeit', soll nicht essen.                                            
                                                     
1932

ΑΧ, ΟΣΟ ΠΙΟ ΠΡΩΙ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ Ο ΦΤΩΧΟΣ
Ach, des Armen Morgenstund
Απόδοση στα Ελληνικά:
Νάντια Βαλαβάνη


Αχ, όσο πιο πρωί σηκώνεται ο φτωχός
Τόσο πιο πολλά κερδίζει ο πλούσιος.
Σχεδόν είχα ξεχάσει ότι ισχύει κάτι τέτοιο:
Ο εργαζόμενος, μηδέ εσθιέτω.
                                                         1932

Σημ.:
Η μετάφραση είναι από το βιβλίο της  Νάντιας Βαλαβάνη
ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
εκδ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, τέταρτη έκδοση, 1992

Εικόνα:
Frau M. Posing as Little Gothic Butterfly
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2012

Β.Π. 9.10.2012

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

5 ποιήματα για τη Σαλώμη




Κ.Π. Καβάφης
Σαλώμη


Επάνω σε χρυσό σινί η Σαλώμη φέρνει
την κεφαλή του Ιωάννη Βαπτιστή
στον νέον Έλληνα τον σοφιστή
που από τον έρωτα με αδιαφορία γέρνει.

«Σαλώμη την δική σου» απαντάει ο νέος
«ήθελα να με φέρουνε την κεφαλή».
Aστειευόμενος έτσι ομιλεί.
Και την επαύριον ένας δούλος της δρομαίος

της Ερωμένης έρχεται την κεφαλή βαστώντας
ολόξανθη επάνω σε χρυσό σινί.
Πλήν την επιθυμία του την χθεσινή
ο σοφιστής είχε ξεχάσει μελετώντας.

Τα αίματα που στάζουνε βλέπει κι αηδιάζει.
Το αιματωμένο πράγμα αυτό να σηκωθεί
προστάζει από εμπροστά του, κ’ εξακολουθεί
του Πλάτωνος τους διαλόγους να διαβάζει.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 


Guillaume Apollinaire
Salomé

Pour que sourie encore une fois Jean-Baptiste
Sire je danserais mieux que les séraphins
Ma mère dites-moi pourquoi vous êtes triste
En robe de comtesse à côté du Dauphin

Mon coeur battait battait très fort à sa parole
Quand je dansais dans le fenouil en écoutant
Et je brodais des lys sur une banderole
Destinée à flotter au bout de son bâton

Et pour qui voulez-vous qu'à présent je la brode
Son bâton refleurit sur les bords du Jourdain
Et tous les lys quand vos soldats ô roi Hérode
L'emmenèrent se sont flétris dans mon jardin

Venez tous avec moi là-bas sous les quinconces
          Ne pleure pas ô joli fou du roi
Prends cette tête au lieu de ta marotte et danse
N'y touchez pas son front ma mère est déjà froid

Sire marchez devant trabants marchez derrière
Nous creuserons un trou et l'y enterrerons
Nous planterons des fleurs et danserons en rond
Jusqu'à l'heure où j'aurai perdu ma jarretière
          Le roi sa tabatière
          L'infante son rosaire
          Le curé son bréviaire

Poème d'abord publié en 1905
avant d'être intégré dans le recueil Alcools 1913






Ιωάννης μοναχός
Η ασελγής ορχηστρίς
Ήχος πλ. β'

Γενεθλίων τελουμένων
του αναιδεστάτου Ηρώδου
της ασελγούς ορχηστρίδος
επληρούτο η διάθεσις του όρκου.
Tου γάρ Προδρόμου η κεφαλή αποτμηθείσα
ως οψώνιον εφέρετο
 
επί πίνακι τοις ανακειμένοις.
 Ω
συμποσίου μισητού
 
ανοσιουργήματος
και μιαιοφονίας πλήρους!

Αλλ' ημείς τον Bαπτιστήν
ως εν γεννητοίς γυναικών μείζονα
επαξίως τιμώντες μακαρίζομεν.

Βυζαντινό τροπάριο

Ιωάννης
Γρυπάρης 
Σαλώμη

Σε ασφάλτου στρώματ΄ η Μακώρ και πίσσας υψωμένη,
Στη Νεκρή θάλασσα βαθειά φεγγόβολη γιορτάζει·
Μέσ΄ άγνοιαστοι χαροκοπούν του Αντύπα οι καλεσμένοι
Κι όξω, γιαλοπερίγιαλα, χορός δαιμόνων βράζει.

Πλουσίου φαλέρνου ο καπνός τες κεφαλές βαραίνει
Των συμποτών. Μα ξύπνιο αυτί η Ηρωδιάς πλαγιάζει
Στου χαρεμιού το πάτωμα, κι απόγεια ν΄ ανεβαίνει
Του Γιοχανάν τη κάταρα γρικά, που την φρενιάζει.

Κι όπως νεροκαμένη οχιά, μεσημερνή, τη γλώσσα
Έτσι, μ΄ όσα τα κάλλη της μ΄ άλλα στολίδια τόσα
Μέσ΄ στο συμπόσιο πετά τη θραψερή Σαλώμη.

Ρίγ΄ ηδονής τ΄ αράθυμο κύμα της σάρκας φέρνει
Με το χορό. μα τρίσβαθα στη φυλακή του – ω τρόμοι!
Σε χάρου μήνυμα ο Ναζίρ την κεφαλή του γέρνει.-

Περιοδικό
Γράμματα, Τόμος 1, τεύχος 86 (1911)




Carol Ann Duffy
Salome

I’d done it before
(and doubtless I’ll do it again,
sooner or later)
woke up with a head on the pillow beside me -whose? –
what did it matter?
Good- looking, of course, dark hair, rather matted;
the reddish beard several shades lighter;
with very deep lines around the eyes,
from pain, I’d guess, maybe laughter;
and a beautiful crimson mouth that obviously knew
how to flatter…
which I kissed…
Colder than pewter.
Strange. What was his name? Peter?

Simon? Andrew? John? J knew I’d feel better
for tea, dry toast, no butter,
so rang for the maid.
And, indeed, her innocent clatter
of cups and plates,
her clearing of clutter,
her regional patter,
were just what needed –
hungover and wrecked as J was from a night on the batter.

Never again!
I needed to clean up my act,
get fitter,
cut out the booze and the fags and the sex.
Yes. And as for the latter,
it was time to turf out the blighter,
the beater or biter,
who’d come like a lamb to the slaughter
to Salome’s bed.

In tile mirror, I saw my eyes glitter.
I flung back the sticky red sheets,
and there, like I said -and ain’t life a bitch –
was his head on a platter.


Εικόνες
(από επάνω προς τα κάτω):


Aubrey Vincent Beardsley (1872–1898)
Ο χορός της Σαλώμης 1894
από την εικονογράφηση του θεατρικού
Salomé του Oscar Wilde

Bernardino Luini (c. 1480/82-1532)
Salome


Pierre Bonnaud, 1865-1930

Salome

Σαλώμη
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2005