Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί γραφής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί γραφής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟΛΟΓΟΣ



ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟΛΟΓΟΣ

αυτό δεν ήταν ποίημα
ήταν καθρεφτάκι για παλαιούς ερυθρόδερμους
που θα χόρευαν γύρω του χαρούμενοι
με χαμόγελα πλήρη λευκών οδόντων
τον πυρρίχιο (ούτως ειπείν) χορό τους
αυτό δεν ήταν  ποίημα
ήταν ημέρες καφενείου
από όπου ατενίζαμε ραθύμως
ίσως και ασκαρδαμυκτί
το απόλυτο και μόνο δέντρο της πλατείας
κατουρημένο από όλα τα αδέσποτα
χωρίς να εξαιρεθούν βεβαίως τα σκυλάκια
και οι ξενύχτηδες  βαρέος τύπου
αυτό δεν ήταν ποίημα
ήταν φυτό του μεσοζωικού αιώνα
είδος γιγαντιαίας φτέρης
που απάνω της σεργιάνιζαν διαλογιζόμενοι
βροντόσαυροι και τυραννόσαυροι
εν αγαστή συμπνοία τραγουδώντας
την αγουρίδα που σιγά σιγά
αναβαθμίζεται σε μέλι
αυτό είναι ένα ποίημα

© Βασίλης Πολύζος 2015

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Από τις μέρες του Στρέφη / Σαίξπηρ εν Αθήναις (Φλεβάρης '83)




Σημείωση

«ο στρέφης»

Μηνιαίο αυτοδημιούργητο εφημεριδάκι που κυκλοφόρησε
 (όχι απαραίτητα κάθε μήνα!) στα Εξάρχεια από το Δεκέμβρη
του 1982 μέχρι τις αρχές του 1987. Οι προθέσεις του ήταν,
πλην άλλων, πολιτιστικές. Μικρός το δέμας. Αλλά είχε
τη χαρά να φιλοξενήσει στη βραχύβια διαδρομή του
αξιόλογες συνεργασίες.

Με τη βοήθεια του σκάνερ, αναδημοσιεύω εδώ ένα
χιουμοριστικό, χρονογραφικό κείμενό μου από το Φλεβάρη
του 1983.
Σα να λέμε, τριάντα ένα έτη και εννιά μήνες από τότε!!!
Σχόλια του τύπου «πώς περνάν τα χρόνια!» δεν είναι
αποδεκτά.
Σαίξπηρ εν Αθήναις, λοιπόν.

Υποσημείωση
Τα γεγονότα που περιγράφονται είναι πέρα για πέρα
αληθινά.
Κατά τα λοιπά, για το Στρέφη έχω κάνει αναφορές
και στο παρελθόν σε τούτη την ιστοσελίδα.
Και θα επανέλθω.
Β.Π. 18.10.2014



Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

αναδρομές: Στην Οδό Βιβλίου του Σταύρου Σταυρόπουλου




Ακολουθεί το κείμενο του άρθρου από την καταχώριση
στο
blog των εκδόσεων Απόπειρα (apopeirates.blogspot.gr)

Οι μοναχικές παρτιτούρες του Βασίλη Πολύζου
Γράφει ο Σταύρος Σταυρόπουλος | εφημ. Metro,
30 Οκτωβρίου 2006

Η πατρίδα του αληθινού ποιητή είναι μια χώρα-ολοκαύτωμα, που
πάσχει από μοναξιά και αξιοπρέπεια, που τα ανοιξιάτικα κάστρα
της έχουν καεί από υπερβολική έκθεση στο φως, ένας παραβατικός
Love-ύρινθος που αντιστέκεται με περισσότερες βελανιδιές
σε διάταξη
πάρκου και μεγαλύτερη αναλογία φθινοπώρου, που
βαλσαμώνει όνειρα και ξενυχτάει με τον θάνατο αγκαλιά
κερνώντας τον συνθηματικά γράμματα. Εκεί κατοικεί, ο ποιητής
Βασίλης Πολύζος, που έχει κόψει τα σύνορά της στα μέτρα του και
 την διασχίζει αδιάκοπα πάνω κάτω, καβάλα στο ηλιακό του
ποδήλατο
, πότε σαν Αιμίλιος και πότε σαν βροχοποιός, πετώντας
τις λέξεις του σε ένα ουράνιο χαρτοπόλεμο από πορτογαλέζικα
fado και βυζαντινή soul.
Η ποίησή του είναι μεταμοντέρνα, χαμηλόφωνη, υπαινικτική, ένα
εν δυνάμει μυθιστόρημα με πινελιές Πάουντ, χωρίς ψεύτικους
ακαδημαϊσμούς και καλολογικές επιστρώσεις, μια ποίηση που
εικονογραφεί τα τοπία της ψυχής, αλλά και σημαίνει. Στην τροπική
«Διζιλανδία» του, ο χρόνος ταξιδεύει με την πλάτη γυρισμένη στον
σκηνοθέτη
, στα «12+1», δείχνει τα οκτώ σημεία του ορίζοντα σε
αποστρατεία
, στις «Αναμνήσεις…», στρώνει χρώματα στο
αλφαβητάρι του ήλιου, συλλαβίζοντας αγιόκλημα και μέντα κι
άγριο γιασεμί
και δυοσμαρίνι στα βυζιά των κοριτσιών. Είναι ένας
χρόνος καθ’ ομοίωσιν παιδιού, ένα άτυπο καταφύγιο χρωμάτων
από κείνα τα λαμπερά που μας στερούν, μια τοιχογραφία ανοιχτής
θάλασσας που εχθρεύεται την κανονικότητα, ένα ημερολόγιο
καταστρώματος βρεγμένο από τα σημάδια του ορίζοντα. Ποιου
 ορίζοντα όμως; Αυτού που η φαντασία και η καρδιά του ποιητή
Πολύζου, του επιτρέπουν να διακρίνει ως γυμνό κορίτσι καβάλα σε
ηλιακό ποδήλατο, λίγο πριν αρνηθεί να αντιγράψει κι αυτός, τις
πληγωμένες ιαχές τόσων και τόσων συναδέλφων του, κρεμώντας
την ένθετη φάτσα του κοντά στο τζάκι. Ο επισκέπτης της ποίησής
του προσλαμβάνει πρώτα τον σπινθήρα και μετά την φωτιά της,
πρώτα το πλαίσιο και μετά τον καθρέφτη, πρώτα την μουσική και
μετά την εικόνα της, πρώτα το συναίσθημα και μετά την γνώση,
που μπορεί βέβαια να ανιχνευτεί πλούσια στις παρυφές και των
πέντε ποιητικών συλλογών του, χωρίς να χρειάζεται να χειροκροτεί
τον εαυτό της με ερμηνευτικές κορώνες και επιδεικτικά
χαριεντίσματα στους πορτοκαλεώνες της Σόλωνος. Δεν αισθάνομαι
επαγγελματίας κριτικός, γι αυτό και δεν σχολιάζω την
διακειμενικότητα, το μέτρο ή τις αισθητικές καταβολές του Βασίλη
Πολύζου. Απλά επισημαίνω την θλίψη μου για το γεγονός ότι
στίχοι τέτοιου βεληνεκούς, που κυκλοφορούν σαν ανθεκτικά
σπερματοζωάρια μολύνοντας την μήτρα του κατεστημένου,
 παραμένουν στο ημίφως, στην σκοτεινιά των πραγμάτων – και δεν
εννοώ την εμπορικότητα, αφού αυτή, ούτως ή άλλως δεν υφίσταται
γενικότερα στην ποίηση – χάριν μιας πολυάνθρωπης παρέλασης
αλλοπαρμένων φαντασμάτων που στερούνται ταλέντου και
υποδύονται τους ποιητές, αναπαράγοντας αδέξια, γνωστά στυλ του
προηγούμενου αιώνα. Αλλά, ας μη μιλάμε για χρυσάνθεμα
σ’ αυτή την πόλη που τη ρήμαξε η βροχή.

Δείγματα συλλογών:
Τα βράδια ντύνονται παλιές εφημερίδες / φορούν κατάσαρκα
ξεθυμασμένα ρεπορτάζ / που ίσως αύριο πάλι να αφορμίσουν.
(Αναμνήσεις προκάτ άνοιξης, Απόπειρα 2006)
Κι όμως τα blues παρά το χρώμα τους / είναι μαύρα (12+1
μοναχικά ποιήματα, εκδ. Εριφύλη 2005)
Πέντε μερόνυχτα / φυσούσε αδιάκοπα Σέριφο. (Ηλιακό ποδήλατο,
εκδ. Μεταίχμιο 2003)
Τελικά μου ’μεινε ένας σκοροφαγωμένος Βιβάλντι εκτός εποχής /
και τα κουπόνια που δεν πρόφτασα ν’ ανταλλάξω / με δώρα των
Δαναών. (Dizziland, εκδ. Εριφύλη 2001)
Όπως περιμένουν με κλειστές ομπρέλες / αραδιασμένοι κάτω απ’
τις μαρκίζες οι ανέστιοι / το τελευταίο νυχτερινό λεωφορείο.
(Επίλογοι και άλλα Κεκραγάρια, εκδ. Εριφύλη 1999)