Τότες ήρθε ο
καλόγερος· σκουφί, κοντόρασο, πέτσινη ζώνη,
κι έπιασε να
πλουμίζει την κολόκα.
Άρχισε απ’ το
λαιμό: φοινικιές, λέπια, και δαχτυλίδια.
Έπειτα, κρατώντας
στην πλατιά παλάμη τη στρογγυλή κοιλιά,
έβαλε τον
παραυλακιστή, τον παραζυγιαστή, τον παραμυλωνά, και τον κατάλαλο·
έβαλε την
αποστρέφουσα τα νήπια και την αποκαλόγρια· *
και στην άκρη,
σχεδόν απόκρυφο, τ’ ακοίμητο σκουλήκι.
Ήταν ωραία όλ’
αυτά, μια περιδιάβαση.
Όμως το ξύλινο
μαγκανοπήγαδο—τ’ αλακάτιν,
κοιμισμένο στον
ίσκιο της καρυδιάς
μισό στο χώμα και
μισό μέσα στο νερό,
γιατί δοκίμασες να
το ξυπνήσεις;
Είδες πώς βόγκηξε.
Κι εκείνη την κραυγή
βγαλμένη απ’ τα παλιά
νεύρα του ξύλου
γιατί την είπες
φωνή πατρίδας;
* «Παραστάσεις κολασμένων σε βυζαντινές τοιχογραφίες»
σημείωση του Γιώργου Σεφέρη για τους στίχους 13-14
Σημείωση δική μου
παρόμοιες
παραστάσεις "κολασμένων" βλέπουμε
και στην τοιχογραφία της "Δευτέρας Παρουσίας" του Θεοφάνη
στον Άι-Νικόλα τον Αναπαυσά στα Μετέωρα
(δείτε το έργο αυτό στο ντοκιμαντέρ
ΘΕΟΦΑΝΗΣ ο ΚΡΗΣ
που ανέβασα προχτές εδώ). Β.Π. 2942016
24
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΜΝΗΜΗ ΘΟΔΩΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ άμωμοι εν οδώ
Τρεις μέρες μετά τον αδόκητο χαμό του
τον συνάντησα τυχαία κατά το σούρουπο
στην οδό Φθίας έξω απ’ το ερειπωμένο τρίπατο
να διαβάζει τα ενοικιαστήρια.
Τίποτα το παράξενο, αναλογίστηκα,
τα σπίτια πέταξαν τόσους νεκρούς στο δρόμο.
―Πως από δω, Αιμίλιε,
του είπα, σ’ είχαμε αφήσει
πριν από τόσα χρόνια στην οθόνη της «Τιτάνιας»
το βράδυ εκείνο πού ’πιασε ανεμόβροχο
και κόπηκε η ταινία στο δέκατο επεισόδιο
του Φου-Μαντσού εναντίον του Κιτρίνου Δράκοντος.
Θυμάμαι, βγήκαμε στην παραλία αλαφιασμένοι
προσέχοντας να μη βουλιάξουμε στα μουχλιασμένα φώτα
ο Αιμίλιος, είπαμε, έμεινε να δει το τέλος.
Με κοίταξε πίσω απ’ την κάμερα
ρυθμίζοντας το βάθος της ομίχλης.
―Δυστυχώς, είπε, ο χρόνος ταξιδεύει
με την πλάτη γυρισμένη προς το σκηνοθέτη.
Δεν μπόρεσα ποτέ να πάρω
ένα πλάνο κοντινό στο πρόσωπό του.
Βασίλης Πολύζος άμωμοι εν οδώ DIZZILAND, εκδ. Εριφύλη 2001
Capitis
Diminutio Maxima στην AngelaCarterinmemoriam ας
μην τα ρίχνουμε όλα στο φεγγάρι
κάποτε φυσάει άνεμος των τρελών
αποβροχάρης (ως ελέχθη)
και τότε ανοίγουν οι πυλώνες
στις παλαιές ξυλογραφίες
κι οι άγγελοι στις τέσσερεις γωνιές
σαλπίζουν ανεπιστρεπτί
το σιωπητήριο του φωτός
σ’ αυτό το δρόμο
το χαρτί είναι ψυχρό σα χιόνι
ξεχασμένο στη σιωπή του
μάταια προσπαθούμε να διαβάσουμε
τα κλειστά παντζούρια
τις ταμπέλες των μαγαζιών
με τα μισά τους γράμματα σβησμένα
τα προσωπεία στους τοίχους
άδεια από γέλιο ΄
ένα χέρι τεντωμένο στο γιατί
κάπου ακούγεται ένα βιολί
σκεπασμένο μ’ αγριόχορτα
Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ DANTE (κατά την άποψή
μου, το πιο γνήσια κινηματογραφικό "ιταλικό"
ποίημα του Άγγελου Σικελιανού, που μόνο η κάμερα ενός
Βισκόντι ή ενός Φελίνι θα μπορούσε επάξια να τιμήσει Β.Π.)
" Η
Φλωρεντία σα ν’ άδειασε, της φάνη μες στον ύπνο της, το χάραμα ως αρχίζει, κι από τις φιλενάδες της μακριά τους δρόμους μοναχή να σιγοσεργιανίζει...
Το νυφικό της φόρεμα φορώντας το μεταξωτό, τα πέπλα τα κρινάτα, τα σταυροδρόμια γύριζε, και στ' όνειρο της φάνταζε καινούρια η κάθε στράτα...
Κι από τους λόφους πόλουζεν αχνό ανοιξιάτικο αυγινό, σα μακρινά μελίσσια αργόηχα τα καμπαναριά ξεψυχισμένα αχούσανε βαθιά στα ερημοκλήσια...
Και ξάφνου, σά να βρέθηκε σε περιβόλι ανάμεσα, μέσα στον άσπρο αέρα, ντυμένο στα νυφιάτικα, με νεραντζιές και με μηλιές γεμάτο πέρα ως πέρα...
Κι όπως τη σέρναν οι ευωδιές, ένα ψηλό δαφνόδεντρο της φάνη να ζυγώνει, που στην κορφή του ανέβαινε, σκαλί πηδώντας το σκαλί απάνου, ένα παγόνι΄
κ’ εκείνο λύγαε το λαιμό στο 'να και στ' άλλο το κλαδί δαφνόκουκα γεμάτο, κ' ένα έτρωγε, ένα το ’παιρνε κι από τον κλώνο το ’ριχνε γοργό στο χώμα κάτω...
Την κεντημένη της ποδιάν εσήκωσεν αθέλητα στον ίσκιο, μαγεμένη, και να, σε λίγο εβάραινεν απ' τα σγουρά δαφνόκουκα μπροστά της φορτωμένη."
Απ' της αυγής τον κάματο έτσι αναπαύτη μια στιγμή
μές σε δροσάτο νέφος-
και γύρα οι φιλενάδες της απ' το κρεβάτι
επρόσμεναν για να δεχτούν το βρέφος!...
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Η Μάνα του Ντάντε
Λυρικός Bίος, Τόμος Α΄
Εκδ. ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (αριθμημένη)
1946
R. I. P. Έφυγε εχτές μια ακόμη φίλη από τα παλιά.
Η Ruth Rendell.
Και μαζί της και η Barbara Vine.
Το έργο της ανίχνευσε ένα χώρο πολύ ευρύτερο
από την οριοθετημένη περιοχή του whodunnit,
ή και της αστικής ή επαρχιώτικης ηθογράφησης
χαρακτήρων και μικροκοινωνιών με κεντρικό σημείο
αναφοράς ένα έγκλημα.
Μιλάμε, κατά τη γνώμη μου, όχι για αστυνομική
λογοτεχνία, αλλά για λογοτεχνία, σκέτο.
Να μην ξεχάσω να αναφερθώ και στην ελληνομάθειά της.
Η μνήμη της θα αντέξει στο χρόνο. Β.Π. 3.5.2015
Ηταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλη που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά, ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη...
Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση επιμονή, που ανοίξαμε για να 'μπει σαν κυρία η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει. Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.
Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια, βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού. Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια, το ένστικτο ν' αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.
Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα, Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή, ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία -- ω, κωμωδία! -- το θάμπωμα, τ' όνειρο, την άχλυ.
...Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη, στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν, γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.
Κώστας Καρυωτάκης Ωχρά Σπειροχαίτη Ελεγεία και Σάτιρες
T.S. ELIOT / Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ Η ταφή του νεκρού, απόσπασμα (από τη μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη)
Διαβάζει ο Βασίλης Πολύζος
………………………………………………………………………
What are the roots that clutch, what branches grow
Out of this stony rubbish? Son of man,
You cannot say, or guess, for you know only
A heap of broken images, where the sun beats,
And the dead tree gives no shelter, the cricket no relief,
And the dry stone no sound of water. Only
There is shadow under this red rock,
(Come in under the shadow of this red rock),
And I will show you something different from either
Your shadow at morning striding behind you
Or your shadow at evening rising to meet you;
I will show you fear in a handful of dust.
Για τον μέγιστο ψάλτη Μανώλη Χατζημάρκο (Νέα Ιωνία Βόλου 1927 - Αθήνα 2013} δείτε σχετική ανάρτησή μου με τίτλο Τ' αηδόνι κι οι ρινόκεροι σε τούτο το ιστολόγιο (17.4.2011).
Το video που δημοσιεύω εδώ με τη θρυλική πια απόδοση από τον Χατζημάρκο του δοξαστικού της Μ. Πέμπτης "εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου" δεν βρίσκεται σε καμιά από τις αναρίθμητες δημοσιεύσεις στο google και αλλού. Τό έχω από τον ίδιο τον Χατζημάρκο σε μια επίσκεψή μου στο Βόλο το 1974. Ανήκει, νομίζω, σε πολύ προγενέστερη ηχογράφηση. Η μέτρια ποιότητα του ήχου λόγω των αλλεπάλληλων μεταγραφών δεν μπορεί να σκιάσει τη μοναδικότητα μιας φωνής που όμοιά της δεν ξανακούστηκε στο χώρο του βυζαντινού μέλους.
PATRICK KAVANAGH If You Ever Go To Dublin Town είδατιςδαχτυλιέςστοτζάμι σημάδιαπουάφησεοΒιργίλιος οΠάτρικΚάβανα οΓ. Σεφέρης καιεπτοήθην Β. Π., σαρακοστή* If you ever go to Dublin town
In a hundred years or so
Inquire for me in Baggot street
and what i was like to know
O he was the queer one
Fol dol the di do
He was a queer one
I tell you
My great-grandmother knew him well,
He asked her to come and call
On him in his flat and she giggled at the thought
Of a young girl’s lovely fall.
O he was dangerous,
Fol dol the di do,
He was dangerous,
I tell you.
On Pembroke Road look out for my ghost,
Dishevelled with shoes untied,
Playing through the railings with little children
Whose children have long since died.
O he was a nice man,
Fol do the di do,
He was a nice man
I tell you.
Go into a pub and listen well
If my voice still echoes there,
Ask the men what their grandsires thought
And tell them to answer fair,
O he was eccentric,
Fol do the di do,
He was eccentric
I tell you.
He had the knack of making men feel
As small as they really were
Which meant as great as God had made them
But as males they disliked his air.
O he was a proud one,
Fol do the di do,
He was a proud one
I tell you.
If ever you go to Dublin town
In a hundred years or so
Sniff for my personality,
Is it Vanity’s vapour now?
O he was a vain one,
Fol dol the di do,
He was a vain one
I tell you.
I saw his name with a hundred others
In a book in the library,
It said he had never fully achieved
His potentiality.
O he was slothful,
Fol do the di do,
He was slothful
I tell you.
He knew that posterity has no use
For anything but the soul,
The lines that speak the passionate heart,
The spirit that lives alone.
O he was a lone one,
Fol do the di do
Yet he lived happily
I tell you. *Β. Π., σαρακοστή μιαδεύτερηανάγνωσητουποιητήΚ*
VIDEO Patrick Kananagh
singing
If You Ever Go To Dublin Town
Εικόνες: 1. ΠορτρέτοτουPatrickKavanagh απότονPatrickSwift 2. εικόναστοvideo ΤοΜνημείοτουPatrickKavanagh στοΜεγάλοΚανάλι, Δουβλίνο ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Patrick Kavanagh (21 October 1904 – 30 November 1967).
Irish poet and novelist. Regarded as one
of the
foremost poets of the 20th century, his best known
works include the novel Tarry Flynnand the poems
"On Raglan Road" and
"The Great Hunger". He is known
for accounts of Irish life through
reference to the
everyday and commonplace.
(περισσότερα, δες
WIKIPEDIA)
Patrick Swift(1927–1983).
Irish painter who worked in Dublin, London and
Algarve in southern Portugal, where he is buried
in the town of Porches.
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
ITHACA(the text in English translation recited by Sean Connery)
As you set out for Ithaca
hope that your journey is a long one,
full of adventure, full of discovery.
Laistrygonians and Cyclops,
angry Poseidon do not be afraid of them:
you'll never find things like that on your way
as long as you keep your thoughts raised high,
as long as a rare sensation
touches your spirit and your body.
Laistrygonians and Cyclops,
wild Poseidon - you won't encounter them
unless you bring them along inside your soul,
unless your soul sets them up in front of you.
Hope that your journey is a long one.
May there be many summer mornings when,
with what pleasure, what joy,
you come into harbors seen for the first time;
may you stop at Phoenician trading stations
to buy fine things,
mother of pearl and coral, amber and ebony,
sensual perfume of every kind-
as many sensual perfumes as you can;
and may you visit many Egyptian cities
to learn and learn again from those who know.
Keep Ithaca always in your mind.
Arriving there is what youre destined for.
But do not hurry the journey at all.
Better if it lasts for years,
so that you are old by the time you reach the island,
wealthy with all you have gained on the way,
not expecting Ithaca to make you rich.
Ithaca gave you the marvelous journey.
Without her you would not have set out.
She has nothing left to give you now.
And if you find her poor, Ithaca won't have fooled you.
Wise as you will have become, so full of experience,
You will have understood by then what these Ithacas mean...
video 1
Ο Βασίλης Πολύζος διαβάζει
την Ιθάκη του Κωνσταντίνου Καβάφη
video 2
ITHACA
the poem by Kavafis (English translation)
recited by Sean Connery
with music composed by Vangelis Papathanasiou
And death
shall have no dominion.
Dead men naked they shall be one
With the man in the wind and the west moon;
When their bones are picked clean and the clean bones gone,
They shall have stars at elbow and foot;
Though they go mad they shall be sane,
Though they sink through the sea they shall rise again;
Though lovers be lost love shall not;
And death shall have no dominion.
And death shall have no dominion.
Under the windings of the sea
They lying long shall not die windily;
Twisting on racks when sinews give way,
Strapped to a wheel, yet they shall not break;
Faith in their hands shall snap in two,
And the unicorn evils run them through;
Split all ends up they shan't crack;
And death shall have no dominion.
And death shall have no dominion.
No more may gulls cry at their ears
Or waves break loud on the seashores;
Where blew a flower may a flower no more
Lift its head to the blows of the rain;
Though they be mad and dead as nails,
Heads of the characters hammer through daisies;
Break in the sun till the sun breaks down,
And death shall have no dominion.
Dylan
Thomas
reading his poem And Death Shall Have No Dominion εικόνα: Dylan Thomas (1914-1953)
As
she laughed I was aware of becoming involved in her
laughter and being part of it, until her teeth were
only accidental stars with a talent for squad-drill. I
was drawn in by short gasps, inhaled at each momentary
recovery, lost finally in the dark caverns of her
throat, bruised by the ripple of unseen muscles. An
elderly waiter with trembling hands was hurriedly
spreading a pink and white checked cloth over the rusty
green iron table, saying: "If the lady and gentleman
wish to take their tea in the garden, if the lady and
gentleman wish to take their tea in the garden..." I
decided that if the shaking of her breasts could be
stopped, some of the fragments of the afternoon might
be collected, and I concentrated my attention with
careful subtlety to this end.
Υστερία
Καθώς ξέσπασε σε γέλια είχα την αίσθηση ότι έμπαινα
στο γέλιο της, ήμουν μέρος του, ώσπου τα δόντια της έγιναν
μόνο σκόρπια αστέρια με ροπή στην ομαδική άσκηση.
Με ρούφαγε με κοφτό λαχάνιασμα, με εισέπνεε σε κάθε
στιγμιαία ανάνηψη, χάθηκα τελικά στα σκοτεινά σπήλαια
του λαιμού της, μωλωπισμένος από τον σφυγμό αθέατων
μυώνων. Ο γηραιός σερβιτόρος με χέρια τρεμάμενα
άπλωνε βιαστικά ένα τραπεζομάντηλο μ΄ άσπρα και ροζ
καρό πάνω στο σκουρασμένο πράσινο σιδερένιο τραπέζι
μουρμουρίζοντας: «Αν η Κυρία και ο Κύριος επιθυμούν να
πάρουν το τσάι τους στον κήπο, αν η Κυρία και ο Κύριος
επιθυμούν να πάρουν το τσάι τους στον κήπο...».
Κατέληξα πως αν γινόταν να σταματήσει το στήθος της
ν’ ανεβοκατεβαίνει, θα μπορούσα να μαζέψω μερικά από
τα θραύσματα του δειλινού και στο σκοπό αυτό συγκέντρωσα
την προσοχή μου με εξαιρετική λεπτότητα.
Hysteria from Prufrock and Other Observations 1917
T. S. Eliot The Complete Poems and Plays
faber and faber 1969
Διαβάζει εδώ ο Tom O'Bedlam (δείτε σχετική αναφορά στη Wikipedia) Υστερία απόδοση στα Ελληνικά Βασίλης Πολύζος 2012 Εικονα Hysteria εικαστικό του Βασίλη Πολύζου 2013