Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα videos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα videos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΜΟΣΧΟΥ (απόσπασμα από ένα ντοκιμαντέρ)





ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΜΟΣΧΟΥ
Στη μνήμη του
Μικρό απόσπασμα από το ντοκιμαντέρ ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ
ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
που έκανα για τον Αριστείδη Μόσχο
αρχές του 1987, για λογαριασμό της τηλεοπτικής εκπομπής
«Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα».

Συναντηθήκαμε στο Λαϊκό Σχολείο Παραδοσιακής Μουσικής
που είχε ιδρύσει ο ίδιος και επί δύο αξέχαστες μέρες
μου μιλούσε εκ βαθέων και με τη φλόγα που διαρκώς
τον έκαιγε, για την τέχνη του, για την παράδοση και για τις
αναμνήσεις του, τις χαρές και τις πίκρες του.
Από το σπάνιο εξομολογητικό και μουσικό υλικό που
κατέγραψα προήλθαν δύο ντοκιμαντέρ μου, το ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ
ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
και το ΣΑΝΤΟΥΡΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ.
Το πρώτο (από το οποίο και το σημερινό απόσπασμα,
όπου τον συνοδεύει με τραμπούκα ο Σπύρος Γλένης)
 το παρουσίασα από την ΕΡΤ-1 στις 19 Απριλίου 1987
και το ΣΑΝΤΟΥΡΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ στις 22 Μαρτίου
της ίδιας χρονιάς.
Περισσότερα άλλη φορά. 
Βασίλης Πολύζος, 22.12.2015

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

ο Βασίλης Πολύζος διαβάζει Πτωχοπρόδρομο (12ος αι.) / VIDEO






Υστεροβυζαντινή λαϊκότροπη ποίηση. 
Ο Βασίλης Πολύζος διαβάζει το ποίημα 
"παιδίν μου μάθε γράμματα" του Θεοδώρου Προδρόμου 
(Πτωχοπρόδρομος, 12ος αιώνας) εγγραφή 8.5.2015

Ἀπὸ μικρόθεν μ' ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ μου

«Παιδίν μου, μάθε γράμματα, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.
Βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον μου, πεζὸς περιεπάτει,
καὶ τώρα διπλοεντέληυος καὶ παχυμουλαράτος.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, ὑπόδησιν οὐκ εἶχεν,
καὶ τώρα βλέπεις τον φορεῖ τὰ μακρυμύτικά του.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, ποτέ του οὐκ ἐκτενίσβη,
καὶ τώρα καλοκτένιστος καὶ καμαροτριχάρης.
Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανε, λουτρόθυραν οὐκ εἶδε,
καὶ τώρα λουτρακίζεται τρίτον τὴν ἑβδομάδα.
Αὐτός, ὁ κόλπος του ἔγεμε φθεῖρας άμυγδαλάτας,
καὶ τώρα τὰ ὑπέρπυρα γέμει τὰ μανοηλάτα.
Καὶ πείσθητι γεροντικοῖς καὶ πατρικοῖς μου λόγοις,
καὶ μάθε τὰ γραμματικά, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.»


Καὶ ἔμαθον τὰ γράμματα μετὰ πολλοῦ τοῦ κόπου.
Ἀφ᾽ οὗ δὲ τάχα γέγονα γραμματικὸς τεχνίτης,
ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ τοῦ ψωμιοῦ τὴν μάνναν·
ὑβρίζω τὰ γραμματικά, λέγω μετὰ δακρύων·
«Ἀνάθεμαν τὰ γράμματα, Χριστέ, καὶ ὁποὺ τὰ θέλει,
ἀνάθεμαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκείνην τὴν ἡμέραν,
καθ᾽ ἥν μὲ παρεδώκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον,
πρὸς τὸ νὰ μάθω γράμματα, τάχα νὰ ζῶ ἀπ᾽ ἐκεῖνα!»
Ἐδάρε τότε ἄν μ᾽ ἔποικαν τεχνίτην χρυσοράπτην,
ἀπ᾽ αὐτοὺς ὁποὺ κάμνουσι τὰ κλαπωτὰ καὶ ζῶσι,
καὶ ἔμαθα τέχνην κλαπωτὴν τὴν περιφρονημένην,
οὐ μὴ ἤνοιγα τὸ ἀρμάριν μου καὶ ηὕρισκα ὅτι γέμει
ψωμίν, κρασίν πληθυντικὸν καὶ θυννομαγειρίαν,
καὶ παλαμιδοκόμματα καὶ τσίρους καὶ σκουμπρία·
παρ᾽ οὗ ὅτι τώρα ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους,
καὶ βλέπω χαρτοσάκουλα γεμάτα μὲ χαρτία.
Ἀνοίγω τὴν ἀρκλίτσαν μου, νὰ εὕρω ψωμὶν κομμάτιν,
καὶ εὑρίσκω χαρτοσάκουλον ἄλλο μικροτερίτσιν.
Ἁπλώνω εἰς τὸ περσίκιν μου, γυρεύω τὸ πουγγίν μου,
διὰ στάμενον τὸ ψηλαφῶ, καὶ αὐτὸ γέμει χαρτία.

Ἀ
φ᾽ οὗ δὲ τὰς γωνίας μου τὰς ὅλας ψηλαφήσω,
ἵσταμαι τότε κατηφὴς καὶ ἀπομεριμνημένος,
λιποθυμῶ καὶ ὀλιγωρῶ ἐκ τῆς πολλῆς μου πείνας·
καὶ ἀπὸ τὴν πείναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν
γραμμάτων καὶ γραμματικῶν τὰ κλαπωτὰ προκρίνω.