Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Βασίλης Πολύζος, Από τα ποιήματα του Στρέφη: Αδέξιο Σονέτο




Αδέξιο Σονέτο

αφιερωμένο εξαιρετικά στην Κάτια, τη Λένα,
την Ασπασία, την Ελένη, το Γιώργο, το Χρήστο,
το Μιχάλη, το Στέλιο και τα άλλα παιδιά του "Στρέφη"
όπου κι αν βρίσκονται
και βέβαια στα Εξάρχεια και στον Στρέφη
που είναι πάντα εκεί
Βασίλης Πολύζος


Ανάμεσα φραπέ και γκολουάζ στο Ντόλτσε
κουβεντιάζοντας Κόπολα και Σπίλμπεργκ
παλιά καουμπόικα, Εμπειρίκο και Καχτίτση
-κι ενίοτε, ακροθιγώς, σημειωτική-
νιώθει πως πλέον ωρίμασε ιδεολογικά
πως οι ορίζοντές του διευρύνθυκαν στο έπακρον.

Τηρεί μια στάση κριτική। Αναβαθμίζει
τους μαρξισμούς του, παίρνοντας υπόψη
Μπομπ Ντύλαν, Αξελό κι Άγιο Φραγκίσκο
την τεχνολογική επανάσταση του δύο χιλιάδες
και τις αδυναμίες του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Κι όλο μακραίνει απ’ τους παλιούς συντρόφους
των λαϊκών αγώνων που δουλεύουν
στη βάση, ακαταξίωτοι, όπως πάντα.

Αδέξιο Σονέτο, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου।
Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο έντυπο «Ο Στρέφης»., τχ 16, Ιούλης 1986
Περιλήφθηκε στο βιβλίο «Επιλογοι και άλλα Κεκραγάρια»
του Βασίλη Πολύζου
που εκδόθηκε από το Ιδεόγραμμα-Εριφύλη στα 1999

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

ραψωδία rap: η σιωπηλή εποποιία των γοφών και η ψόφια κίχλη



................αναμνήσεις προκάτ άνοιξης

...................Β΄
.
..............ραψωδία rap
.
...........................................unprepared young
...........................................burdened with records
.
.
τ’ άλλο πρωί το μπαστούνι μου βλάστησε
μια ολάκερη θεσσαλική θεογονία

attachment A appendix B supplement C addendum D

ήταν και τ’ απαλό αεράκι που κατέβηκε απ’ το Πήλιο
ως τις παρυφές του Barbican Center

αφήνοντας τριαντάφυλλα στις μπαλκονόπορτες
γράφοντας καλημέρα στους καθρέφτες

κι ο ήλιος στο χωράφι αμολητός
κυλιόταν μες στα γαϊδουράγκαθα
ογκανίζοντας επιθαλάμια πριαπικά

μια ραψωδία rap μπορεί ο καθένας
απó το φινιστρίνι του υπογείου ν’ ανεβάσει
σκουπίζοντας το ταγγισμένο φως με την παλάμη
θα δει τη λιτανεία των πελμάτων
θα χαρεί τη σιωπηλή εποποιία των γοφών
ίσως περάσει αργότερα κι η Julia Roberts
ευωδιάζοντας σιτρόν και άγριο γιασεμί

κι ο βαρυπάτης αστυνομικός με μάτι ξινολάχανο
ψάχνοντας στο σκουπιδοντενεκέ
θ’ αποκαλύψει μια σπασμένη barbie

κι αύριο θα μοιράζει κλήσεις
στα παιδιά του σαββατόβραδου
που μόνο αυτά διαβάζουν τις αλληγορίες των ποδηλάτων

δένοντας δυο ασημένια κλιπ σαν τα φτερά του Ερμή
πάνω απ’ τους αστραγάλους τους

φεύγουν σαΐτα με τα χέρια διάπλατα στον άνεμο
την κουπαστή στην ίσαλο γραμμή του ονείρου
ο δρόμος τρέχει προς τα πίσω ανέμελος
χρεώνοντας χιλιόμετρα στο μέλλον τους

την περασμένη Κυριακή
πάνω απ’ τη λαίμαργη αποβάθρα του Αγίου Γαβριήλ
πέταξε ένα κοπάδι angelitos negros

το πιο μικρό μόλις ξεφεύγοντας
απ’ την απόχη γηραιού φυσιοδίφη
στις ώρες της κοινοτικής συμπόνιας έρχονται
ν’ αράξουν στα σκαλιά του Δημαρχείου

στην είσοδο του πάρκου
στις στροφές των ποιημάτων
κάτω από τις αψίδες των θριάμβων
θα σημάνει προσκλητήριο

ich heisse areti ich heisse moustafa
ich heisse gloria ich heisse yiannis
τα βράδυα ντύνονται παλιές εφημερίδες
φορούν κατάσαρκα ξεθυμασμένα ρεπορτάζ
που ίσως αύριο πάλι ν’ αφορμίσουν

έναν ή δύο hobos εύκολο ν’ αγιογραφήσεις
μα πιο πολλοί πληγώνουν την ισορροπία
του τοπίου

τα μάτια τους στρεβλοί κοχλίες βίδες
που τρυπούν το κάδρο η γλώσσα τους
κάλαμος γραμματέως οξυγράφου

τα χέρια τους τσιγκέλια όπου κρέμασαν σφαγμένα blues
προσέχοντας μη στάξει κρύο σμάλτο στο παρκέ

κάποια στιγμή μας ξάφνιασε ο κάμερα μαν φωνάζοντας
...............................bingo!
για δυο μικρά παιδιά
που γυρισμένα προς τον τοίχο της ακαδημίας
κατουρούσαν αίμα
.
την ώρα ακριβως που ανέβηκε στο βήμα ο Ποιητής
για να εκφωνήσει
τον επιούσιο άρτο των νεκρών
.
βγάζοντας απ’ την τσέπη του γιλέκου του
μια ψόφια κίχλη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

unprepared young… → Ezra Pound, σχεδίασμα Canto CXVI.
το μπαστούνι μου βλάστησε...: Πρβλ. Ιωσήφ υμνογράφου (840 – 883),
Κανών του Ακαθίστου Ύμνου, Ωδή ζ΄:
................................η ράβδος η μυστική
................................άνθος το αμάραντον η εξανθήσασα


Barbican Center: London revisited.

αποβάθρα του Αγίου Γαβριήλ...: Gabriel’s Wharf, νότια όχθη του Τάμεση,
London Dickensian

angelitos negros → Amália Rodrigues, αντιπαράβαλε: Γ. Σεφέρης, Ημερολόγιο
Καταστρώματος, Α΄
/ Balzac, Louis Lambert: Les anges sont blancs.

κάλαμος γραμματέως οξυγράφου → Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος (θ. 1840),
Πολυέλεος «Λόγον Αγαθόν» → Δαβίδ, Ψαλμός με΄, 2:
.............................Η γλώσσα μου κάλαμος γραμματέως οξυγράφου...


Βασίλης Πολύζος
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης (Απόπειρα 2006)
β΄ άσμα ραψωδία rap και οι σημειώσεις

the silent epic of hips,
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2007

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

αγρυπνία


.
.............αγρυπνία
.......
.........................Στη Μαρία Ρ.

ανεβάζοντας το σκοτάδι σου ένα κλικ
ο κουτσός λοστρόμος
βγήκε από τη σχολική σου κασετίνα
κόλλησε στον καθρέφτη το πρόσωπό του
ίδιο με το ένα τέταρτο του φεγγαριού
μια ρεκλάμα του περασμένου αιώνα
με μήνυμα ενοχής μισοσβησμένο
ίσως για το ταξίδι στο St Petersburgh
που δεν έγινε ποτέ καθώς
η μητέρα σου είχε ξεχάσει το χαμόγελό της
στο κάτω συρτάρι της κονσόλας
μαζί με την πούδρα tokalón

μετά τη δεύτερη ειδοποίηση του ρολογιού
ανεβαίνουν τη σκάλα οι ψίθυροι του δάσους
κι η βροχή άλλων ημερών
τριποδίζει στην υδρορρόη
κρατώντας την ανάσα σου μετέωρη
μπροστά στους προβολείς
μέχρι ν’ ακούσεις τα βήματά σου
ν’ απομακρύνονται στο βάθος του τούνελ

την τελευταία στιγμή δεν πρόλαβες.
ο δρόμος πέρασε βιαστικά
απ’ την παιδική σου γειτονιά
τραβώντας προς άγνωστη κατεύθυνση
μ’ έναν μοναδικό επιβάτη
κοιμισμένο στο πίσω κάθισμα

είναι τόσο επικίνδυνο
να μελετάς μιαν άδεια πόλη
ώρα 2 π.μ.

αγρυπνία, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από τη συλλογή
Ηλιακό ποδήλατο
εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003

Girl, ια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2005

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

παραφράζοντας Καβάφη / όσο μπορείς


.
όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ποίησή σου όπως τη θέλεις
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον΄

όσο μπορείς μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες...

Αιμιλίου παραινέσεις:
παραφράζοντας Καβάφη
.
αιμίλιος, a photo by Helen

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Βασίλης Πολύζος: Pulp Fiction / apocalypse


................Pulp Fiction

........................................................τίς άξιός εστιν ανοίξαι το βιβλίον
........................................................και λύσαι τας σφραγίδας αυτού;

Στο κάτω κάτω δεν ήταν παρά ένα όνειρο
όπου όλα είναι αυθεντικά
ακόμα κι η παλιά χαλκογραφία
που αγόρασες στο Πορτομπέλο
κι οι αλαβάστρινες παγόδες στον ορίζοντα
ντυμένες με τα χρώματα της λησμονιάς
―λωτό, βιολέτα, ασφόδελο, κυκλάμινο―
κι οι φρόνιμες παρθένες
που περιμένουν το νυχτερινό ταχυδρομείο της Άνοιξης
στη γέμιση του φεγγαριού
κι οι ολόγυμνες Καρυάτιδες που στρώνουν στο κρεβάτι τους
το βραδινό αεράκι του Ιουλίου
κι ανοίγουν στο σκοτάδι σαν την κόρη του ματιού
ν’ αγγίξουμε το αθέριστο χρυσάφι τους.

Εν πάση περιπτώσει.
Εκείνο το πρωινό μου στη βεράντα του Arundel Hotel
ήταν από καλή χρονιά,
με τις ψηλόλιγνες γαζέλες ν΄ανεβαίνουν
στη σκέψη μου ως θυμίαμα,
μ’ έναν διπλό εσπρέσο στο τραπέζι
και το βιβλίο των κ.κ. Bill Pronzini & Jack Andrian
με τίτλο An Anthology of American Crime Stories
έκδοση Οξφόρδης 1995
(όχι πως θα με πείραζε στο ελάχιστο
και μια χαρτόδετη, έστω, Πάτμος τσέπης
μεταποιημένη απ’ τον ποιητή του Αιγαίου)।

Άλλωστε
τι σημασία έχουν οι μικρές αράχνες
που χάραξες στο κρύσταλλο της νύχτας με το δαχτυλίδι σου,
τι σημασία έχει κι αν γαντζώθηκε ο πυράκανθος
στ’ άσπρο πουκάμισό σου
κι αν στο μεσόφρυδό σου φύτρωσε
ένα άλικο γαρύφαλλο,
η στιγμή της αλήθειας είναι πάντα ξαφνική
(κι ας έλαβες το μήνυμα από καιρό)
ένα σύννεφο μαύρα χελιδόνια
λευτερώνεται απ’ τα δάχτυλα του πιανίστα
κι ο ήλιος σου γίνεται θρύψαλα
σαν ανθογυάλι που ’πεσε στο πάτωμα.
.
THIS IS REALITY, SIR!
Το μαχαίρι δαγκώνει με δυο στόματα.
Έχουν ανοίξει και οι εφτά σφραγίδες του βιβλίου,
την πρώτη μέρα βγήκε η μύγα-superspy
και τη δευτέρα το έξυπνο σκαθάρι,
την τρίτη βγήκε ο ξανθός σκορπιός
και την τετάρτη οι βοηθοί του Batman,
την πέμπτη μέρα σκέπασαν τον ουρανό
απ’ άκρη σ’ άκρη μάτια δίχως βλέφαρα
στάζοντας πίκρα σε στεριά και θάλασσα
κι είπαμε, να λοιπόν, αλήθεια είναι
πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια του θανάτου,
την έκτη μέρα βγήκαν τριπλοβάρδια οι νεκροθάφτες
και την εβδόμη εγένετο απέραντη σιγή.

THIS IS REALITY, MY BROTHERS AND MY SISTERS!
Ουδείς αρνείται την ελευθερία των νεκρών
που κατεβαίνουν σε πυκνούς σχηματισμούς
τον ποταμό Αχέροντα.
Ελάτε να κρεμάσουμε στις κλαίουσες ιτιές
τις σιωπηλές κιθάρες μας
και να ξαπλώσουμε στην ανακυκλωμένη όχθη.

Pulp Fiction, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από τη συλλογή DIZZILAND, εκδ. ΕΡΙΦΥΛΗ 2001
apocalypse, εικαστικό του Βασίλη Πολύζου 2006

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Ματίλντα 2008


Ματίλντα
............αφιέρωση επίσης

κάποτε ταξίδευα με τον Ιούλιο
καβάλα στον υπερσιβηρικό έως Σαχαλίνης
ή στη Τζακάρτα του ανταποκριτού μας
ή και στη θάλασσα των σαργασσών κι επέκεινα
με τον μεγάλο παπαφίγγο σ’ έπαρση
κι οι ποιητές μου είχαν λέξεις α΄ διαλογής
όπως
κασκέτο κομσομόλος τηλεγραφητής
Μαρίνα ονειροτόκος
eaten shitten sleepen

επ’ εσχάτων στοιχειώνουν τις νύχτες μου
μικρά αιλουροειδή όνειρα
το πρωί θυμάμαι μόνο την κίνησή τους
μέσα σ’ αυτό το ανώνυμο φως
το πανταχού παρόν χωρίς ευωδιά χωρίς αίσθηση
μέσα σ’ αυτό τον αδιάκοπο άνεμο
που φέρνει στο λιθόστρωτο λησμονημένα βήματα
ίσως εξ ετρουρίας ίσως εξ αραβίας ευδαίμονος

έλα στο πάνελ είπε η Ματίλντα
θα μιλήσουμε απόψε ζωντανά
για τη ροή του υποσυνείδητου
με τη γλώσσα μας σε τοπική αναισθησία
την κόμη μας διαμπερή στο στατικό ηλεκτρισμό
τέρμα φίλε μου τα παιχνίδια
τα περιθώρια των καγχασμών στενεύουν
οι δρόμοι αγριεύουν δύοντος του ηλίου
η πόλη σκληρύνεται κατά πλάκας
οι αποδημητικές ψυχές διαγράφονται
με ένα απλό χι
.............................x-terminate
.............................x-αφανίζω
στου καλαμιού την άκρη ένας σπόγγος
εμβαπτισμένος στον αιθέρα
ή σ’ αυτό το παλιό καλό χλωροφόρμιο
προσφέρεται χωρίς αντάλλαγμα
εις ένδειξιν ειλικρινούς φιλίας
κι ο άλλος ψιθυρίζει τί εποίησά σοι
τέτοια αφέλεια my dear fellow

Ματίλντα, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από τη συλλογή
μια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ * και άλλα αμφίδρομα
ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2008
Ο Αιμίλιος στο Stonehenge, a photo by Mathilda

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ / Autumnal Girl


.
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
..
........ αφιέρωση
.
ελαφρά τη καρδία
ο αγέρας πήρε τα καπέλα μας
τις ομπρέλες μας
τις ρίμες που πετούσαμε στην άμμο
για τα σπουργίτια

είπες θα κρυφτώ πίσω από κείνο
το μοναχικό σύννεφο
με το τατουάζ στον ώμο του
κι όταν ξανάρθω
θα είμαι πριν από πολύ καιρό

θα είμαι ένα τηλεγράφημα
από επαρχιακό σταθμό
ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα
τις μέρες που φορούσα τ’ άσπρα γάντια μου

Βασίλης Πολύζος, ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
από το βιβλίο Κρεολή Σελήνη
ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2010
.
Autumnal Girl, photo by Vassilis Polyzos

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Αμαλία, 9 Οκτωβρίου 1998


Αμαλία

Ώρα Πρώτη
.
η γυμνή μάγισσα κρεμασμένη αναίτια
απ’ τον ωροδείκτη του Καθεδρικού
μάζεψε όλο αυτό το πλήθος των αργόσχολων καλβίνων
στην πλατεία

Ώρα Τρίτη

αγκαθωτές ματιές συνόδευαν
τη λαμπαδηφορία των Μυροφόρων
προσμένοντας ένα σημάδι λύτρωσης
το Άλφα ενός Αγγέλου ίσως
πάνω απ’ τις βρόμικες μαούνες

Ώρα Έκτη

βγήκαν οι τροχονόμοι της βροχής
να ρυθμίσουν τις πνιγμένες πεταλούδες
γέμισε ο ουρανός λασπόνερα

Ώρα Ενάτη

λάβετε, φάγετε, αυτό είναι το σώμα της
απλωμένο χιαστί ανάμεσα στους ροδανθούς

Ώρα ακροτελεύτια

Αμαλία Dolorosa, ιλάσθητί μοι,
πριν κλείσει αυτός ο κύκλος της απόγνωσης
.
Αμαλία, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
για την Αμαλία Γκινάκη
Γράφτηκε 9 Οκτωβρίου 1998
Δημοσιεύτηκε στη συλλογή Επίλογοι και άλλα Κεκραγάρια, Εριφύλη 1999
.
Η Αμαλία ανάμεσα στους ροδανθούς
μια εικαστική σύνθεση του Βασίλη Πολύζου 2010

cobalt blue

cobalt blue

Τη νύχτα η πόλη είναι αλλιώτικη
οι σκυφτοί φανοστάτες διαβάζουν εμβριθώς
το DNA των εντόμων
μικροί μινώταυροι αλυχτάν κατά το φεγγάρι
κι η Αφροδίτη ξέστηθη στο σταυροδρόμι
φωνάζει Ρούντι, Ρούντι, μήπως είδατε το Ρούντι
ο καρπός της κοιλίας μου ταξιδεύει incognito
στο υποθαλάσσιο φως μέσα σε σφραγισμένη γυάλα.

Ώρα μία και κάτι, κρέμονται τσαμπιά οι πεταλούδες
στην κλειστή πόρτα του φαρμακείου
come, Mr. Tallyman, tally me banana
σε λίγο πέφτει ομίχλη, θα φανεί η άμαξα
ζεμένη τρία αλλόφρονα άλογα, χωρίς αμαξηλάτη
νά γράφει κύκλους στο λιθόστρωτο της κεντρικής πλατείας
στο πίσω κάθισμα, στα μπλε βελούδα, κάτωχρη η Ινφάντα
έχασα, κλαψουρίζει, το ανεχτίμητο ζαφείρι μου
ξάπλωσα στα τριαντάφυλλα εντελώς ανυποψίαστη
φορώντας μόνο τις γαλάζιες καλτσοδέτες μου
και μια σταγόνα μύρο απ’ τη Φοινίκη.

Κλεισμένος στο εργαστήρι του ο Amadeus
παίζει στο πιάνο ένα φιαλίδιο κοκαΐνη
κατά τον τρόπο χιντζασκιάρ.

cobalt blue, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από τη συλλογή DIZZILAND, ΕΡΙΦΥΛΗ 2001

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Η Ρεβέκκα στο Piccadilly


Piccadilly
αφιέρωση

Παρασκευή ώρα δέκα
μπροστά στο Fortnum & Mason
στεκόταν γυμνή η Ρεβέκκα
Κύριε ελέησον!―

Στον αφαλό είχε αχάτη
και δυο ρουμπίνια στις ρώγες
της κλείνω με νόημα το μάτι
μου γνέφει, «yes, oh yes,

τ’ άγγιγμα ένα φαρδίνι
και το φιλάκι μια πένα
στα όρθια ένα σελίνι
σπέσιαλ για σένα».


Piccadilly, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από τη συλλογή DIZZILAND
(ΕΡΙΦΥΛΗ 2001)

Ρεβέκκα, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου, 2006

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Ματίλντα



Ματίλντα

μια υπόσχεση
.
Η Ματίλντα, the flower-eater,
η ξεναγός των πλανόδιων μουσικών,
μου γνέφει ένα χτυποκάρδι,
ένα ταξιδιάρικο φιλί στην άκρη των δαχτύλων της।
.
Ρίχνει στο δεξί της ώμο μια πλεξούδα ηλιαχτίδες,
τιτιβίζει κρυστάλλινα γελάκια,
ποζάρει Ρίτα Χέιγουορθ – Μπριζίτ – Ναστάζια – Οφηλία,
σαϊτεύει ίσια στην καρδιά μου।
.
Λέει,
σήμερα δε με νοιάζει ν’ αφήσω τ’ άρωμά μου
στα σεντόνια του Arundel Hotel,
να σου χαρίσω όλα τα fados που φωλιάζουν στην κιθάρα μου
την Ημέρα των Ψυχών θα ’μαι φρόνιμη στη Σίντρα.

Η Ματίλντα πέταξε τα σαντάλια της
και τρέχει ξυπόλυτη στο πάρκο.
Τα μαλλιά της ιππεύουν τον άνεμο.
Μες στο ριχτό μπλουζάκι της
παίζουν ragtime δυο περιστέρια.
Στο θρόισμα των ποδιών της
ανθίζουν πυρκαγιές τα flamingos.
.
Στην κυριακάτικη εξέδρα ο ζογκλέρ
κρατάει για χάρη της ακίνητα στον αέρα
εφτά κουρδιστά καναρίνια.
.
Ύστερα με μιαν αδιόρατη κίνηση την εξαφανίζει.

Ματίλντα, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου από το βιβλίο
Επίλογοι και άλλα Κεκραγάρια (Εκδόσεις ΕΡΙΦΥΛΗ 1999)
.
The Lady and the Unicorn, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2008